Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Γύρισες;

Κι αφού περιπλανήθηκε άσκοπα κι αναίτια

στα όρη στ' άγρια βουνά,

σε θάλασσες και ακτές

- όχι στην έρημο, (καυχιόταν πως) τη γλίτωσε στο τσακ -

γύρισε σπίτι ένα πρωί και τα 'δε όλα ανοιχτά.


- Έχετε κάνει κάποια κράτηση;
- . . .
- Λυπάμαι.


Δεν είχε "μα", δεν είχε εξήγηση. Δεν είχε δεύτερη κουβέντα.

Ούτε επισκέπτης πια.

Είδες που στα 'λεγα; Δεν τη γλιτώνεις την έρημο.






Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Σημείο μη. Δεν.

Σκέφτεται ότι μέχρι τότε θα είναι πολύ αργά.

Μετράει τους σφυγμούς της με την ακοή.

Διπλώνει στα δύο την πόρτα.

Την ξαναδιπλώνει. Τη βάζει στην τσέπη της.

Να μη μπορεί να φύγει κανείς.

Ρίχνει τρεις σταγόνες δηλητήριο στα μάτια της.

Να διαλυθούν οι αναμνήσεις

που έχουν βουλιάξει μέσα της

κι έχουν γίνει κατακάθια.







Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Βρέθηκαν στα συρτάρια...

Μερικές φορές αισθάνομαι ότι έχω στην κατοχή μου πράγματα που δε μου ανήκουν. Λες και τα 'χω κλέψει από κάποιους, από κάπου που δε θυμάμαι.

Βλέπω δαχτυλικά αποτυπώματα που, σίγουρα -καλά δεν παίρνω και όρκο, δεν είναι δικά μου. Σε κούπες, αναπτήρες, στιλό... Σε αντικείμενα που μπορεί να είναι και δικά μου στην τελική και να το έχω ξεχάσει.

Μυρίζω αρώματα περίεργα σε ρούχα. Αρώματα που δεν είναι ούτε δικά μου, ούτε και κανενός γνωστού μου. Αλλά μήπως και τα ρούχα είναι;

Νιώθω σαν κλέφτης. Χωρίς να περιμένω να με συλλάβουν. Χωρίς να μένω άυπνος τα βράδια από τις ενοχές. Χωρίς να κρύβομαι στο δρόμο ή να φοράω μαύρα γυαλιά.

Νιώθω ότι κάτι μου έκλεψαν και προσπαθώ να το πάρω πίσω κλέβοντας τους άλλους. Δε θυμάμαι όμως τι.

Νιώθω σαν κλέφτης που η καταδίκη του είναι η αμνησία.




Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Η αιώνια λιακάδα ενός άγρυπνου ματιού

Προσπαθώ - μάταια - να δω τον κόσμο μέσα απ' τα πρησμένα μάτια της μικρής τσιγγάνας που με παρακαλάει με ένα κρεμασμένο ακορντεόν στο στήθος της κι ένα πλαστικό ποτήρι στο χέρι της.

Οι θολές εικόνες με ιντριγκάρουν, αλλά πάει καιρός από τότε που τα μάτια μου συνήθιζαν τα χιόνια στα τηλεοπτικά κανάλια.  Η καλοκαιρία ήταν σαρωτική και χάι ντεφινίσιον.

Η μικρή τσιγγάνα κρυώνει.
Ή νομίζει ότι κρυώνει.
Ή νομίζω ότι κρυώνει.

Κι αν είναι αυτή που θα δανειστεί τα δικά μου μάτια, χαλάλι της.

Δεν μπορώ να προσποιούμαι άλλο ότι δεν είναι χαρά θεού εκεί έξω. Όσα κανάλια κι αν αλλάξω.

Εξάλλου, ποιος έχασε το χειμώνα του για να τον βρω εγώ;