Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Αυτές τις γιορτές

Μπορεί να με βρείτε ανάμεσα στο κατάρτι και στο αμπάρι του καραβιού που στολίσατε. Στον πάγκο του bazaar ανάμεσα σε σκόρπιους δίσκους βινυλίου και παλιά βιβλία, στο δρόμο για να αγοράσετε τα φτηνά σας κοσμήματα. Σε αφίσσες κι αυτοκόλλητα από συναυλίες του 1990κάτι. Στις τσάντες με τα φιογκάκια και τις κορδέλες που έχουν μέσα το γιορτινό Τίποτα πασπαλισμένο με χιόνι και τυπικές ευχές. Έξω απ'τα μαγαζιά, στους αρμούς ανάμεσα στις πλάκες των πεζόδρομων να λαχταράω το πάτημά σας κι εσείς να με αποφεύγετε γιατί "δεν πατάτε ποτέ τις γραμμές στα πεζοδρόμια". Ούτε κι εγώ τις πατάω...


Το πρωί μπορεί να με δείτε να πουλάω χαρτομάντηλα έξω από την εκκλησία της ενορίας σας και το βράδυ με το σμόκιν μου να σπεύδω να τσουγκρίσω το βλέμμα μου με τη σαμπάνια σας. Ίσως με πετύχετε στο τατουάζ του DJ που σας διασκεδάζει ή στο τσιγάρο του μπουζουξή ανάμεσα στο μικρό του δάχτυλο και στον παράμεσο...


Στο "Ε" του ΚΤΕΛ ή στο "Ε" του ΟΣΕ, πακτωμένος στις βαλίτσες σας με τα ροδάκια. Ή ανάμεσα στην 3η και την 4η σελίδα του διαβατηρίου σας πριν το check in.


Μπορεί να περάσω φευγαλέα, στα κλάσματα δευτερολέπτων που μεσολαβούν από το ένα μάγουλο στο άλλο, στα σταυρωτά φιλιά των ευχών.


Σίγουρα δεν θα μαι στην ακτή με τα βεγγαλικά και την αντίστροφη μέτρηση. Θα μαι στην απέναντι όχθη. Ανάμεσα στη σοροκάδα, τα χαλίκια και τις μισοσπασμένες βάρκες.






Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Acoustic

Κοιμήθηκα αγκαλιά με μια ξεκούρδιστη κιθάρα
κι ένα τραγούδι αγαπημένο.
Μας χώρεσε όλους το πάπλωμα.
Θα χώραγες κι εσύ άνετα.
Όπου υπάρχει αγάπη τίποτα δεν περισσεύει...
Ξυπνήσαμε ένας ένας.
Πρώτα το τραγούδι.
Ήθελε να σηκωθεί νωρίς νωρίς για να ταξιδέψει μέχρι τα αυτιά σου.
Μετά η κιθάρα, να πάει δειλά δειλά στη θέση της.
Και τελευταίος εγώ
να φτιάξω καφέ και να σε αντικρύσω απ'το παράθυρο.
Στο γκρίζο ουρανό
Στις παλιές πολυκατοικίες
Στη μουντάδα της πόλης

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Σπίρτα στην τσέπη

Όταν μπήκα -δειλά δειλά- στο μυαλό σου, άναψα ένα σπίρτο. Σα να μπαίνεις σε μια σκοτεινή σπηλιά ένα πράγμα. Έκανα μερικά αναγνωριστικά βήματα, χωρίς να κοιτάζω αριστερά ή δεξιά. Μόνο μπροστά κοίταζα. Δε με ενδιέφεραν οι "τοιχογραφίες", οι "εικόνες". Να προχωρήσω πιο μέσα ήθελα.

Μετά άρχισε να φυσάει, πάει το σπίρτο... Άναψα και δεύτερο και συνέχισα να προχωράω. Κι όσο προχωρούσα ο αέρας δυνάμωνε. Έσβησε και το δεύτερο σπίρτο. Κάποια στιγμή ο αέρας έγινε θύελλα κι εγώ συνέχιζα ν'ανάβω σπίρτα για να προχωρήσω. Μάταια.

Κι άκουγα τη Φωνή να λέει "Δες πόσο όμορφες εικόνες έχει αριστερά και δεξιά, άραξε, κοίταξέ τες, τι θες και προχωράς?"

Και τότε πήρα ανάποδες κι αποφάσισα να προχωρήσω χωρίς φως. Ούτε προτείνοντας τα χέρια ούτε προσέχοντας πού να πατήσω. Μόνο χαμογέλασα και συνέχισα να προχωράω.

Ένα σπίρτο μόνο έχω κρατήσει. Για να ανάψω τσιγάρο.


Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Μαύρα Παλτά

Ήρθε η ώρα για τα μαύρα παλτά.

Για τους σηκωμένους γιακάδες της περισυλλογής.

Για τα δεκάδες τσιγάρα που προσπαθείς να ανάψεις με σπίρτο περπατώντας στο κρύο.

Για τα κασκόλ που σε πνίγουν από "άποψη".

Για τα κρυφά χαμόγελα σε ασπρόμαυρο φόντο, χτυπώντας τα δόντια σου απ'το τουρτούρισμα.

Για τις μοναχικές, σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες.

Για το τζάκι που δεν έχεις σπίτι να σου ομορφαίνει το σαλόνι.

Για τη γάτα που δεν έχεις να χαϊδεύεις.

Ήρθε η ώρα να σου λείψει το χέρι που φοράει το μάλλινο γάντι.

Βολέψου με τα χνώτα σου...






Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Ήλιος μετά τα μεσάνυχτα

Καμιά φορά όταν μένουμε μόνοι μας, παρατάμε τα φωτοστέφανά μας στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.
Κι όταν δε θέλουμε να μας κοιτάνε επίμονα, τα βάζουμε στο ντουλαπάκι του συνοδηγού.
Είναι επίμονα ρε γαμώτο τα φωτοστέφανα αυτά. Έχουν ψυχή, είναι ζώντες οργανισμοί.
Έχουνε μάτια και αυτιά. Τα μάτια...
Tα λυπάμαι, αλλά...
Είμαστε κι οι δυο τόσο αστείοι μ'αυτά στο κεφάλι. Αστείοι. Ακόμα και για τα δεδομένα των αποκριών.
Αστείοι εμφανισιακά.
Αισθητικά.
Κυρίως όμως, εσωτερικά.
Άσε που το δικό σου με εμποδίζει να σου χαϊδέψω τα μαλλιά...

Γι αυτό αποφασίζουμε να παίξουμε ένα παιχνίδι. Μετά τα μεσάνυχτα.
Bάζω στη μια μου χούφτα έναν ήλιο και στην άλλη ένα ουράνιο τόξο και σου λέω "Διάλεξε".

Ό,τι διαλέξεις, το φοράς στο κεφάλι σου. Το άλλο το φοράω εγώ.

Συνήθως σου τυχαίνει ο ήλιος.

Τον κρατάς επάνω σου κι εκεί... γύρω στις 6.30, τον βγάζεις και τον εκτοξεύεις για να φωτίσει και τον υπόλοιπο κόσμο.

Το φωτοστέφανό σου ζηλεύει.
Είναι πολύ μικρό μπροστά στον ήλιο.
Αντικειμενικά.-





Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Ανάποδα

Του άρεσε να γυρίζει ανάποδα τα γράμματα...
Κάποια από αυτά παρέμεναν γράμματα, κάποια γίνονταν σύμβολα. Ακατάληπτα μεν, αλλά με τόση επιμονή που είχε, έπειθε το μυαλό του ότι σήμαιναν κάτι. Κάθε φορά και κάτι διαφορετικό.

Ένα ανάποδο "Α" που μοιάζει με δοχείο. Ένα ανάποδο "Τ" που μοιάζει με πρόκα καρφωμένη στο πάτωμα. Ένα ανάποδο "Ω" που μοιάζει με αρχαία λύρα χωρίς χορδές...

Το "Μ" γίνεται "W". Μέτρο, Wonder, Μίσχος, Whale, Μύθευμα, Worst, Ματιά, Worthless...

Το "Λ" γίνεται "V". Λαίλαπα, Vision, Λυγμός, Venom, Λουλούδι, Vehicle, Λόγος, Vampire...

Το "ρ" γίνεται "b". ρίχνω, breathe, ρέπεις, blink, ριγώ, blame, ρωτάς, beat...

Και το "Κ"? Μένει "Κ"...
Και το "Σ"? Μένει "Σ"...
Και το "H"? Μένει "H"
και και και...

Και δώστου πάλι απ'την αρχή. Το ίδιο χαοτικό και βασανιστικό βιολί ενός ανθρώπου που γύριζε ανάποδα τα γράμματα γιατί αδυνατούσε να γυρίσει τούμπα τη ζωή του. Μόνο σύμβολα και συμβολισμούς έψαχνε.
Κι όλες αυτές οι λέξεις. Τις έλεγε, τις ξανάλεγε. Τις έβλεπε και τις ξανάβλεπε. Απ΄την καλή κι απ'την ανάποδη. Αλλά δε σήμαιναν τίποτα γι'αυτόν. Ήταν απλά ένα άθροισμα από σύμβολα τελικά. Από ευθείες και καμπύλες γραμμές. Από γωνίες και σχήματα.

Μόνο το όμικρον δε γύρναγε ανάποδα. Το όμικρον το κυλούσε. Το κυλούσε με προσοχή.

Ήταν το "Όχι" που δεν είχε καταφέρει να πει ακόμα...
Ή μήπως ήταν το μηδέν?





Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Γελάω (?)

Γελάω βλέποντας το είδωλό μου στον καθρέφτη.
Γελάω βλέποντας τους άλλους.
Γελάω βλέποντας τους άλλους που γελάνε βλέποντας εμένα...
Γελάω με το κοντινό μου παρελθόν, γιατί ήταν το μακρινό μέλλον των προηγούμενων.

Γελάω γιατί είμαι θνητός.
Γελάω, βασικά, γιατί έχω επίγνωση της θνητότητάς μου.
Γελάω γιατί είμαι το μόνο ζώο που μπορεί να διακρίνει τη διαφορά του πώς είναι και του πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα...

Η ίδια διαφορά, όμως, μπορεί να με κάνει και να κλάψω...


Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Φίδια...

Τις προάλλες, Τασία, ήρθε ένας κύριος να μου εξομολογηθεί. Γύρω στα 60.. 65.. Καλοστεκούμενος, κουστουμαρισμένος, με μια έτσι.. πώς να το πώ, ευγενική όψη. Δεν ήταν από τα μέρη μας. Στεκόταν στην είσοδο της εκκλησίας και στηριζόταν στον τοίχο.

"Να περάσω?" μου είπε δειλά.
"Βεβαίως παιδί μου"
"Θα ήθελα... να... ξέρετε πάτερ δεν έχω εξομολογηθεί ξανά... και..."
"Μην ανησυχείς"

Άρχισε να μου εξιστορεί τις αμαρτίες του. Από τότε που ήταν πιτσιρικάς. Όσες θεωρούσε αυτός αμαρτίες. Μικρές μικρές στην αρχή. Πταίσματα. Κάθε αμαρτία που έλεγε ήταν σα να βλεπα ένα μικρό φίδι να βγαίνει από το στόμα του. (Το ξέρεις Τασία ότι το φίδι στη θρησκεία μας είναι απεικόνιση της αμαρτίας ε? - Όχι δεν το ξερα) Σιγά σιγά όσο συνέχιζε να λέει μεγαλύτερες αμαρτίες τόσο μεγαλύτερα φίδια έβλεπα να βγαίνουν από το στόμα του...
Άρχισε σιγά σιγά να ασπρίζει, να τρέμει, να κάνει σπαστικές κινήσεις. Αλλά συνέχιζε να λέει κι ήταν τόσο γλαφυρός... Κάποια στιγμή έφτασε προς το τέλος. Έπεσε χάμω, γονάτισε και με σκυμμένο το κεφάλι μου πε:

"Άλλη μία έμεινε. Η πιο μεγάλη μου αμαρτία. Αλλά..."
"Πές την"
"... Πριν λίγο καιρό... σπίτι μου..."

Άρχισε σιγά σιγά να βγαίνει απ'το στόμα του το κεφάλι ενός τεράστιου φιδιού και όσο έλεγε τόσο έβγαινε σιγά σιγά όλο το ερπετό. Ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησε απότομα και φώναξε "ΌΧΙ! ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΠΩ!"
Και τότε μπήκε ξανά μέσα όλο το γιγαντιαίο φίδι και μαζί σα να ρούφηξε όλα τα υπόλοιπα μικρότερα που είχαν ξαμοληθεί... Ο άντρας σηκώθηκε βαριανασαίνοντας κι έτρεξε προς την έξοδο χωρίς να πει τίποτα... Εξαφανίστηκε και φυσικά δεν τον ξαναείδα.






Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Με βήματα "ρομποτικά"

Το παιδί έχει χαθεί... Περπατάει σε μια αχανή έκταση μέρα μεσημέρι. Παρόλα αυτα δε βλέπει τίποτα. Φοβάται ότι θα πέσει σε λακούβα. Φοβάται ότι θα κουτουλήσει κανέναν τοίχο. Περπατάει με τα χέρια στην προταση, περπατάει με εκείνα τα μικρά "ρομποτικά" βήματα που κάνουν όσοι έχουν τα μάτια τους δεμένα παίζοντας την τυφλόμυγα.
Κι όμως, τα μάτια του δεν είναι δεμένα, ορθάνοιχτα είναι. Αλλά δε βλέπει. Κι όχι γιατί τον τυφλώνει το φως του μεσημεριού. Απλά δε βλέπει. Αν έβλεπε δε θα κόμπιαζαν τα πόδια του. Θα τρεχε την έρημο. Αλλά -επίσης- αν έβλεπε, θα συνειδητοποιούσε ότι δεν έχει τέλος κι ότι είναι μάταιο να την τρέξει...
Και πού ξέρουν τα παιδιά τι σημαίνει η λέξη μάταιος? Αποκλείεται να την ξέρουν αυτή τη λέξη. Απαγορεύεται να την ξέρουν και να την προφέρουν τα παιδιά αυτή τη λέξη.
Καλύτερα με μάτια δεμένα και βήματα "ρομποτικά. Κι ας μην υπάρχουν εμπόδια.


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η πρώτη κουταλιά...

Κάθε μέρα του Σεπτέμβρη είναι και μια κουταλιά που προσπαθώ να μαζέψω απ'το σκορπισμένο καλοκαιρινό μυαλό μου. Συνήθως το αφήνω λίγο λίγο σε σειρά, όπως αφήνουν οι οδοιπόροι τα πετραδάκια στα παραμύθια για να μη χάνουν το δρόμο της επιστροφής. Πάντα όμως μου το σκορπάνε τα τελευταία μελτέμια του Αυγούστου. Κι έρχεται ο Σεπτέμβρης -καλή ώρα- και δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω... Και σήμερα είναι η πρώτη, δύσκολη, μέρα.
Δύσκολη γιατί ο Σεπτέμβρης δεν είναι αυτός που ήταν. Ή αυτός άλλαξε ή εγώ. Ή και οι δυο μας. Δεν έιναι ότι δεν έχω καμιά σχέση με τα σχολεία πια και δε με αγγίζει το ότι ανοίγουν. Δεν είναι ούτε το ότι ο αγαπημένος μου μήνας έγινε θλιβερή προέκταση-απομίμηση του καλοκαιριού ελέω κλιματολογικών αλλαγών. Κάτι άλλο είναι... Κάτι άλλο που δεν μπορώ να προσδιορίσω και που τα τελευταία χρόνια δε με αφήνει να απολαύσω τον Σεπτέμβρη μου μελαγχολώντας. Όχι, δεν είμαι απ' αυτούς που περιμένουν το ημερολόγιο να δείξει 01/09 για να "μελαγχολήσουν". Απλά, πλέον, μου λείπει το γκρίζο του φθινοπώρου γιατί δεν υπάρχει πια γκρίζο μέσα μου. Λες και καταργήθηκε σαν χρώμα, λες και πνίγηκε ανάμεσα στο κινηματογραφικό "ασπρόμαυρο" και το μουσικό "πολύχρωμο". Μου λείπει η μουντάδα του φθινοπώρου, γιατί έπαψα να μαι εγώ μουντός. Μου λείπουν οι σιωπές του φθινοπώρου, γιατί δε σταματάω πια ποτέ να μιλάω...
Ναι ρε Σεπτέμβρη, κι οι δυο μας αλλάξαμε τελικά. Κι εγώ σε πρόδωσα κι εσύ με πρόδωσες. Και πρέπει να συνεχίσω να σ'αγαπάω για κάτι που δεν είσαι πια. Για κάτι που δεν είμαι πια. Αλλά θα συνεχίσω να σ'αγαπάω γιατί γεννήθηκα μέσα σου.
Θα αναβάλλω την πρώτη "κουταλιά" για αύριο. Αυτό το καλοκαίρι παρασκορπίστηκε το μυαλό μου...


Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Roger Waters, The Wall 09/07/2011...

Απ'τη μέρα που αγόρασα το εισιτήριο για το The Wall, δεν τόλμησα να ακούσω τίποτα απ'το δίσκο μέχρι να ξεκινήσει η συναυλία... Τέτοια ακούσματα (και θεάματα) δεν επιδέχονται 'ξεσκονίσματος'. Τα έχεις αφομοιώσει ύστερα από τόσα χρόνια. Είναι μέρος της διαπαιδαγώγησής σου, της διαμόρφωσης του χαρακτήρα σου. Είναι αξίες σταθερές, γνώριμες, τελεσφόρες για την απογείωση του ενστίκτου. Αξίες που σφυρηλατούν τα μόνιμα συναισθήματά σου και δεν προσφέρονται για πρόσκαιρες συγκινησιακές εξάρσεις. Ήξερα τι θα δω και ήξερα ότι θα είναι όμορφο. Γιατί ήθελα να είναι όμορφο χωρίς να πειθαναγκάσω τον εαυτό μου. Όπως ήταν πάντα κι όπως θα συνεχίσει να είναι πάντα. Όμορφο. Παρέα με τους δικούς μου ανθρώπους. Παρέα με το Γιάννη, που η καρδιά του χωράει χίλια δυό γκρεμίσματα και το Γιώργο που από τότε που τον θυμάμαι ξέρει όσο λίγοι να κλαίει σαν άντρας. Παρέα με το Θάνη, που όσα σημαντικά εχουμε ζήσει και θα ζήσουμε κλείστηκαν σε μια αγκαλιά στο Comfortably Numb...
Ανηφορίζοντας στο ΟΑΚΑ το περασμένο Σάββατο, ο καθένας μας κουβαλούσε το δικό του σταυρό, ή μάλλον καλύτερα το δικό του τοίχο. Το 'μήνυμα' όμως αυτό καθαυτό δεν είχε τόση σημασία. Ούτε οι εσωτερικές μας εμμονές, ούτε ο καπιταλισμός, ούτε η αποξένωση, η Παγκόσμια Δικτατορία και όλα αυτά. Σημασία -για μας τους 'εστέτ' που αγαπούμε εν γένει τους Pink Floyd- είχε ο τρόπος που δόθηκε το μήνυμα, ο τρόπος που χτίστηκε ο μύθος του Wall... Είναι βέβαιο ότι ακόμα και το τελευταίο δευτερόλεπτο της παράστασης νοηματοδοτούσε μια σειρά από πράγματα. Αλλά διάολε, αυτός ο 'στυγνός επαγγελματίας' που λέγεται Roger Waters κατάφερε να μας κάνει να μην ακούμε αλλά να νιώθουμε. Να μη βλέπουμε αλλά να ΖΟΥΜΕ. Αεικίνητος, εκφραστικός, γοητευτικά φάλτσος και ηχητικά άρτιος. Με μελετημένα και τα πάντα εν σοφία ποιημένα στο show. Μέχρι και το τρίξιμο της κιθάρας στο Vera Lynn... Ένας άσπρος τοίχος σε φόντο 'κόκκινο-μαύρο'... Ελικόπτερα, αεροπλάνα, πυροβολισμοί, σιωπές... Εικόνες πολέμου, εικόνες παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος ζοφερού... Δε θέλω -και είναι άδικο- να σταθώ σε μεμονωμένες στιγμές αυτού που είδα. Είχε δυνατά σημεία, συγκινητικά, ανατριχιαστικά, αλλα οφείλω (το οφείλω στον εαυτό μου) να δεχτώ το The Wall που είδα ΑΥΤΟΥΣΙΟ. Αγκαλιά με το σχολικό μου παρελθόν, το Νίκο που καθίσαμε στο ίδιο θρανίο έξι ολόκληρα χρόνια και ήταν εκεί. Τον Τάκη, που του ψιθύριζα στο μπροστινό θρανίο "Is there anybody out there" και γέλαγε. Ήταν εκεί. Αγκαλιά με την οικογένειά μου, που δεν ήταν εκεί... Αλλά για πρώτη φορά σε συναυλία, ελέω Another Brick in the Wall Part 1 και Μοther, ήταν δίπλα μου. Αγκαλιά με τους προσωπικούς μου δαίμονες και τα άγχη μου, τα υλικά και πνευματικά μου εφόδια. Αγκαλιά με τις αρχές μου που δεν θέλω και δεν δύναμαι πια να καταπατήσω ποτέ. Κάπως έτσι έπεσε ο Τοίχος. Με τα συναισθήματά μας και τις αρχές μας ΟΡΘΙΑ και ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΑ. United we stood...
Και εν τέλει, Outside the Wall, αγκαλιά με τους φίλους μου και τα δάκρυά μου.
We'll meet again some sunny day. Όλοι μας.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Ο Τοίχος

Ο Τοίχος δε βρίσκεται σε σταθερό σημείο. Δε με περιμένει. Μετακινείται ανάλογα τις περιστάσεις. Συχνά με ακολουθεί, ενίοτε με προκαλεί... Σιγοψιθυρίζοντας αυτό το σαρδόνιο 'έλα...έλα...' Δεν τον επιλέγω εγώ κάθε φορά, αυτός με επιλέγει.
Αν και μετακινείται, όμως, ο Τοίχος δεν είναι απέραντος, έχει όρια. Και σε μήκος και σε πλάτος και σε ύψος. Μπορώ να τον προσπεράσω από δεξιά ή αριστερά. Μπορώ να τον πηδήξω. Μπορώ, βέβαια, και να τον περιφρονήσω μέχρι να ξανάρθει να με βρει. Παρόλα αυτά, προτιμώ να πέφτω επάνω του με τα μούτρα. Και μάλιστα παίρνοντας μεγάλη φόρα... Αυτό θέλει ο Τοίχος. Κι εγώ σαν το μαλάκα επαναλαμβάνω την ίδια μετωπική σύγκρουση μαζί του, ξέροντας το αποτέλεσμα. Κι ας κάνει ότι ράγισε. Ψέμματα. Ένα βαψιματάκι είναι και θα περάσει. Ένα βαψιματάκι ίσα ίσα να φύγουνε από πάνω του τα αίματα του προσώπου μου... Εγώ γεμίζω σημάδια κι ο τοίχος απλά αλλάζει χρώματα...
Πού θα πάει όμως, θα τον γκρεμίσω κάποια στιγμή. Μπορεί να σακατευτώ ολόκληρος αλλά θα χω σακατέψει κι αυτόν...




Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ο κρότος της σφαλιάρας

Περισσότερο κι απ'την εικόνα του, κρατάω τους ήχους που τον συνόδευαν. Το θόρυβο της πόλης, τα γέλια, τα ηχητικά εφέ, τις ατάκες. Τον κρότο της σφαλιάρας...Βουίζουν μέσα στο κεφάλι μου εδώ και πολλά χρόνια κι εύχομαι να συνεχίσουν. Συναντώ αυτούς τους ήχους συχνά,μέσα από τα χείλη και τις κινήσεις ακόμα και του πιο τυχαίου ανθρώπου. Και περνούν και στη δική μου φωνή. Κάποτε από θαυμασμό, πολλές φορές για χαβαλέ. Τώρα πια οι ήχοι βγαίνουν ασυναίσθητα, κι όσο περνάει ο καιρός βιωματικά. Μέχρι κι ο τσιγαρόβηχάς μου όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται "Αχμ"...
Και κάποιος αφελής -ως συνήθως- θα ρωτήσει: "Γίνεσαι 'Βέγγος' σιγά σιγά?"
"Όχι. ΕΙΜΑΙ ο Βέγγος! Κι όσο είμαι εγώ άλλο τόσο είσαι κι εσύ και όλοι μας".
Κάθε Έλληνας -και κάθε Άνθρωπος- που τον κηνυγάει η Ανάγκη είναι ο Βέγγος. Η δουλειά, οι λογαριασμοί, το αμάξι, η δεύτερη δουλειά, τα παιδιά, ο παππούς, η γκόμενα... τρεχάματα... "Δεν προλαβαίνω!"
Πώς είναι δυνατό να τρέχει κάποιος ασταμάτητα και να μη φτάνει πουθενά? Είναι δυνατόν. Στη χώρα του Πουθενά που λέγεται Ελλάδα είναι αδύνατο να φτάσεις κάπου. Ούτε ο Βέγγος κατάφερε να φτάσει κάπου. Φρόντισε όμως να δώσει νόημα στη διαδρομή. Εξάλλου, όλα είναι δρόμος. Και του Θανάση ο δρόμος ήτανε γεμάτος από τις μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες που κάνουν τη ζωή μας ξεχωριστή. Τη ζωή που δε μετριέται, στην τελική, με χρόνια, αλλά με τις μικρές αυτές λεπτομέρειες. Μια σοκολάτα δώρο σε μια γιαγιά. Ένα λουλούδι στο πέτο και ύστερα δώρο σε μια κοπέλα. Να βγάζεις βόλτα το σκύλο σου μιλώντας του. Να διορθώνεις με μπογιά τα ανορθόγραφα συνθήματα στους τοίχους...
Για όλα είχε χρόνο ο Βέγγος. Κι αν δεν είχε χρόνο τον δημιουργούσε ο ίδιος. Γιατί είχε υπομονή και αντοχή. Ανοχή όμως δεν είχε. Δεν ανεχόταν τη βρωμιά, την παντός είδους σκόνη γύρω του. Την αδικία και τη λαμογιά, που δεν άρχισε να βασιλεύει εδώ στη Μεταπολίτευση, αλλά υπήρχε ΠΑΝΤΑ. "Όχι εμένα! Έχω δίκιο εγώ!" Ό,τι πιο σπαρακτικά έντιμο έχω δει και ακούσει σε ταινία...
Σφαλιάρες... Η μια μετά την άλλη. Βιοπαλαιστής, ντυμένος γορίλας, να εισπράττει το χλευασμό και τις καρπαζιές "τεντιμπόιδων" και "νοικοκυραίων". Σε σινεμά, σε κρατητήρια, ρινγκ, δρόμους, εστιατόρια... Ο κρότος της σφαλιάρας μαζί με αναστεναγμούς. Κι όμως, δε σήκωσε ποτέ χέρι... Μόνο στις αδερφές του, μαζικά, "προς γνώσιν και συμμόρφωσιν".
Μια ζωή στο κυνήγι. Από όλους. Από συγγενείς που προσπαθούν να του φορτώσουν βάρη, από φίλους που ζητούν χάρες, απ'το Κράτος. Ποιος Κράτος? Ακόμα κι αυτό προσπαθεί να το φέρει τούμπα. Κάθεται στα θρανία στα 50 του, παλεύει μέσα από το γύψο σε νοσοκομεία, τραβιέται στις αστυνομίες...
Γέλια! Πολλά γέλια! Αυθόρμητα και δυνατά. Γέλια για το άτομό του πρώτα απ'ολα. Αυτοσαρκασμός. Αλλά και δάκρυα... "Για την κοπέλα που παντρεύτηκε. Όλο οι άλλοι έρχονται και κλέβουν τα κορίτσια". Δάκρυα για το Χανς που ξεψυχάει στα χέρια του. Για τον πατέρα του που ξαναβρήκε. Δάκρυα χαράς για τον Ανέστη που συνάντησε μετά από χρόνια και φώναζαν μαζί "Ψηλά τα χέρια Χίτλερ"!
Ο Θανάσης Βέγγος δεν πρόκειται να ξεχαστεί, όχι γιατί θα προβάλλονται οι ταινίες του εσσαεί στην τηλεόραση, ούτε θα τον θυμίζουν τα βιντεάκια του youtube. Δε θα ξεχαστεί γιατί τον κουβαλάμε μέσα μας. Πάντα τον κουβαλούσαμε κι ας μην το είχαμε καταλάβει.
Μετά την είδησή του θανάτου του, μου ήρθε αυτόματα η σκηνή απ'το 'Βλέμμα του Οδυσσέα'. Προφητεία. Για την Ελλάδα που πεθαίνει (αυτή που "ποτέ δεν πεθαίνει" αφορά τα στρατιωτικά εμβατήρια και τη βλακεία που αυτά πρεσβεύουν).
"Η Ελλάδα πεθαίνει. Έκανε τον κύκλο της. Αλλά αν είναι να πεθάνει, να το κάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο."
Μαζί με την Ελλάδα που ξέρουμε πεθαίνεις κι εσύ, πανέντιμε, Θανάση Βέγγο. Μόνο που εσύ φεύγεις αθόρυβα. Για να μην αναστατώσεις το σπίτι, να μην ανησυχήσεις τους γείτονες, να μην ξυπνήσεις τα παιδιά...
Σ'ευχαριστώ και θα τα ξαναπούμε

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Προς Τετριστές...

Προχτές το απόγευμα, ψάχνοντας σε ξεχασμένα συρτάρια και ντουλάπια να δω πού έχω καταχωνιάσει έναν παλιό εξωτερικό δίσκο, βρήκα κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το σκονισμένο μου GameBoy... Και ναι διάολε, είχε μέσα το Tetris!
Tουλάχιστον 4-5 χρόνια πρέπει να είχανε περάσει από τότε που το πιασα τελευταία φορά στα χέρια μου για να παίξω. Κι ούτε θυμάμαι γιατί έκανα τόσο καιρό να το ξαναπιάσω. Το άνοιξα χωρίς δεύτερη σκέψη και ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα. Μη μου πείτε ότι μεγάλωσα και ωρίμασα και τέτοιες αηδίες. Όσοι γνωρίζουν τι σημαίνει Tetris, καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι η φιλοσοφία του ξεπερνάει την έννοια 'παιχνίδι'.
Το Tetris ΔΕΝ είναι παιχνίδι. Δεν έχεις αντίπαλο κάποιο τέρας, δεν περνάς πίστες, έχεις ΜΙΑ και μοναδική 'ζωή' σε ΜΙΑ και μοναδική πίστα. Δεν έχεις αντίπαλο ούτε καν το χρόνο. Αντίπαλος είναι μόνο ο εαυτός σου και η προηγούμενη καλύτερή σου επίδοση. Αλλά και πάλι, δεν τερματίζεις κάπου, δεν έχει κάποιο τελικό σκοπό. Μπορείς να παίζεις (θεωρητικά πάντα) μια παρτίδα για μια ζωή. Ακόμα κι όταν το κοντέρ γράψει 999.999 (το οποίο είναι το μέγιστο σκορ που μπορεί να καταγραφεί), η παρτίδα συνεχίζεται μέχρι να γεμίσει ο πίνακας με τετραγωνάκια μέχρι την κορυφή και να χάσεις. Μόνο τότε έρχεται το "τέλος".
Διάβαζα κάποτε σε ένα άρθρο ενός Βρετανού ψυχολόγου, ότι το Tetris μοιάζει με το μαρτύριο του Σίσυφου. Με τη διαφορά όμως ότι ο Σίσυφος ήταν αναγκασμένος να υποστεί το μαρτύριό του, σε αντίθεση με όλους εμάς τους φανατικούς 'τετριστές' που παίζουμε συνειδητά, έχοντας επίγνωση της ματαιότητας :)
Τότε -θα ρωτήσει εύλογα κάποιος- γιατί παίζετε? Τι είναι αυτό που σας κάνει να κολλάτε με κάτι που δεν είναι ούτε παιχνίδι αλλά ούτε και παζλ ή 'πρόβλημα' τύπου Solitaire ή Sudoku? Ο καθένας θα δώσει τη δική του εξήγηση για το κόλλημά του. Και ο καθένας επίσης έχει το δικό του μοναδικό τρόπο παιχνιδιού, που δείχνει σ'ενα σημείο και το πώς αντιμετωπίζει γενικότερα καταστάσεις στη ζωή του. Άλλοι επιλέγουν το συντηρητικό παιχνίδι, χωρίς ρίσκο κρατώντας το χαμηλά, με σκοπό ένα όσο το δυνατό πιο clear board. Κάποιοι άλλοι παίζουν για τη στιγμή και μόνο που θα επιτύχουν το clear board. 'Αλλοι 'στρώνουν' το παιχνίδι τους συνετά, με ισόποσες δόσεις ρίσκου και συντηρητισμού. Άλλοι πάλι, αφήνουν μεγάλα κενά, περιμένοντας το περίφημο cock piece για να κάνουν tetris. Υπάρχουν κι αυτοί που -αλλαζονικά- το περιφρονούν προσδοκώντας σε μεγαλύτερα κενά και σε απανωτά tetris. Η λίστα είναι μακριά. Κανείς παίχτης δεν είναι ίδιος, γιατί πολύ απλά, κανένας άνθρωπος δεν είναι ίδιος.
Ο καλός παίχτης δεν κρίνεται ούτε απ'το σκορ του ούτε απ'τον τρόπο που παίζει. Και ο τρόπος που ο καθένας παίζει -όπως είπα και πιο πάνω- είναι καθρέφτης του χαρακτήρα του στην ίδια τη ζωή. Κάθε κομμάτι που έρχεται στον πίνακα (σε τυχαία σειρά) μοιάζει με όσα περιστατικά μπορούν να μας τύχουν στην πραγματική μας ζωή. Τίποτα δεν είναι άχρηστο και τίποτα δεν είναι καλό ή κακό, μέχρι οι δικοί σου χειρισμοί να το καταστήσουν τέτοιο. Οι αποφάσεις είναι το Α και το Ω στο Tetris, όπως και στη ζωή. Αποφάσεις βιαστικές, αποφάσεις προνοητικές, αποφάσεις εκ των υστέρων σωστές ή λανθασμένες. Υπάρχουν λάθη από αβλεψία, λάθη αυτοσυγκέντρωσης, λάθη αλλαζονείας, κακής τακτικής. Λάθη που διορθώνονται και λάθη που πληρώνονται. Ακόμα και ο νόμος του Murphy, βρίσκει εφαρμογές στο Tetris. Κάποιες φορές η τύχη σου χαμογελά ακόμα κι αν έχεις κάνει μαλακία και κάποιες φορές σου γυρίζει την πλάτη ακόμα κι αν έχεις κάνει τα πάντα σωστά... That's life dude...
Πρέπει να έχεις επίγνωση του τι κάνεις και κυρίως γιατί το κάνεις. Περισσότερο όμως, πρέπει να ξέρεις για ποιο λόγο παίζεις. Αν ξέρεις, τότε είσαι πολύ καλός παίχτης, ανεξαρτήτως σκορ...
Όσοι αγαπάτε αυτόν τον ήχο με καταλαβαίνετε απόλυτα...

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Biutiful

Κριτικός κινηματογράφου δεν είμαι. Ούτε αποτέλεσε ποτέ "ευαγγέλιο" για μένα η άποψη των κριτικών για μια ταινία. Ό,τι γράψω θα το γράψω περισσότερο για να μοιραστώ τα συναισθήματά μου, βλέποντας το Biutiful. Κυρίως, για να μοιραστώ αυτό το καταραμένο βάρος που έχω στο στήθος από προχτές το βράδυ.
Δεν έπεσα απ'τα σύννεφα, δεν ανακάλυψα ξαφνικά την ανθρώπινη δυστυχία από μια ταινία. Κι όσο για αυτή τη Βαρκελώνη που παρουσιάζει, αλοίμονο, μην τρέφουμε αυταπάτες. Κάθε νοήμων άνθρωπος καταλαβαίνει ότι μια μεγαλούπολη 'κρύβει' ένα τέτοιο κόσμο πίσω απ'τη βιτρίνα της, όποια κι αν είναι αυτή η βιτρίνα. Στην τελική, θα πει κάποιος, Iñárritu πήγες να δείς. Ήξερες από πριν ότι η ταινία δε θα χει καλό τέλος. Το θέμα ήταν πόση δυστυχία και μιζέρια θα συναντούσες μέχρι να τελειώσει το Biutiful... Συσσωρευμένη, διαδοχική, και πολλαπλή. Ήξερες από πριν ότι ΟΛΑ μα ΟΛΑ όσα θα αντικρύσεις θα είναι θλιβερά και -κυρίως- άσχημα. Ακόμα και το μοναδικό ευχάριστο διάλειμμα (η πρόσκαιρη επανένωση της οικογένειας του ήρωα) σ'αυτά τα 147 λεπτά απελπίσίας, ήταν 'πασπαλισμένο' με μύξες και μισοτελειωμένα παγωτά στο τραπέζι μιας κλειστοφοβικής κουζίνας. Η οποία κουζίνα είχε παράθυρο με θέα, που όμως ο σκηνοθέτης απέφυγε σκόπιμα να προβάλλει.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Uxball, δεν αφήνεται στη μοίρα του. Δεν "περιμένει υπομονετικά να πεθάνει". Παλεύει να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα όσο μπορεί, πριν πει αντίο στο μάταιο κόσμο, έχοντας επίγνωση του ότι -ουσιαστικά- είναι κατακάθι της κοινωνίας. Παλεύει όμως με τα ίδια μέσα με τα οποία επιβίωνε εις βάρος των άλλων τόσο καιρό. Γι αυτό και η μοίρα -η κατά τον Iñárritu μοίρα που είναι πάντοτε κακή- του γυρίζει μπούμερανγκ όλα τα καλά που προσπαθεί να κάνει. Κάθε πράξη "συγχώρεσης" του UXball που τελικά καταλήγει σε τραγωδία, είναι κι ένα σκουλήκι που τον αποσυνθέτει προτού πεθάνει. Για μένα αυτό σημαίνουν όλα τα δεινά της ταινίας. Ότι ο Uxball έχει αρχίσει να αποσυντίθεται πριν πεθάνει. Κι όταν είσαι ήδη 'διαβρωμένος' δεν είναι και δύσκολο να σαπίσεις πριν την ώρα σου. Λίγο πολύ όμως, σ'αυτό το σιχαμερό (αλλά συγκλονιστικό) γαϊτανάκι του Biutiful, όλοι διεφθαρμένοι είναι. Ο αδερφός του Uxball, η γυναίκα του, ο Εκέμε, ο αστυνομικός που λαδωνόταν, οι Κινέζοι εκμεταλλευτές... Όλοι. Ακόμα και η Ίνγκε, το μοναδικό άτομο απ'τους ενήλικες της ιστορίας που φάνταζε έντιμο, άφησε τη σκέψη της να 'δηλητιριαστεί' απ'το χρήμα. Οι μόνοι αθώοι, όπως σε κάθε ιστορία -και στην πραγματική ζωή βέβαια- είναι τα παιδιά. Αλλά ο Iñárritu δεν τα αφήνει ούτε αυτά να δώσουν κάποιο αισιόδοξο μήνυμα. Τους κληροδοτεί -μέσω των γονιών τους- δυστυχία για να μπορέσουν κι αυτά μεγαλώνοντας να κληροδοτήσουν ακόμη περισσότερη δυστυχία στα δικά τους παιδιά...
Ο Τσόμσκι είπε πως "αν υποθέσεις ότι δεν υπάρχει ελπίδα, τότε εξασφαλίζεις ότι δεν υπάρχει ελπίδα". Ο Iñárritu το πάει -πάντα- λίγο παραπέρα. Υποθέτει ότι δεν υπάρχει ελπίδα και προσπαθεί να το αποδείξει σε κάθε του ταινία, σα να είναι μαθηματικό θεώρημα. Αν ο θεατής είναι απαισιόδοξος, το θεώρημα αποδεικνύεται. Αν είναι αισιόδοξος, τότε θα ψάξει να βρεί την ελπίδα ακόμα και στο πιο μικρό πράγμα.
Υπάρχουν όμως κι οι θεατές που θα πουν πως το ότι δεν υπάρχει ελπίδα είναι αξίωμα. Δεν αποδεικνύεται. Είναι αυτοί οι θεατές με το βάρος στο στήθος...

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Αληθινά σενάρια 3 - Η σκοτεινή πλευρά της ασχετοσύνης

Θα μασταν 14..? 15..? Με τον Γιώργο τον Κ. Πηγαινοερχόμασταν κάθε Σαββατοκύριακο στο Σταθμό για καφέ και μουσικές αναζητήσεις. Κουβεντούλα με τον Πέτρο και το Χρήστο τον ηχολήπτη για τα μουσικά δρώμενα. Για τις Τρύπες, τους Last Drive, τους Pulp, τους Oasis... Αντιστεκόμασταν στη λαίλαπα του House, το οποίο μας κρυφοάρεσε βέβαια, αλλά δεν ήταν στις προτεραιότητές μας... Πού και πού κάναμε και καμιά "εμβόλιμη" στην playlist εκπομπή. Το κέφι μας. Ο Γιώργος στην κονσόλα κι εγώ στο μικρόφωνο. Κι ο Χρήστος ο ηχολήπτης απ'τη τζαμαρία να κουνάει εξώφυλλο δίσκου του Γιάννη Καζά, δείχνοντας με το δάχτυλο το σούπερ ντούπερ ουίσκι που ήταν χορηγός του άλμπουμ... Epic!
Playlist με Χρήστο Δάντη, Στέλιο Ρόκκο, Άννα Βίσση, που διακοπτόταν ξαφνικά από ένα δίωρο (καμιά φορά και τρίωρο) με ξένες ροκιές. Και είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι ακροατές εκείνη την ώρα αλλάζανε σταθμό :) Η ανοργανωσιά σε όλο της το μεγαλείο. Ο (συν)ιδιοκτήτης και "γενικός υπεύθυνος" του Σταθμού ήταν πρώην dj, με ειδικότητα στους Modern talking, στο Colegiala... Σπουδαία πράματα. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν αν μπαίνουν οι διαφημίσεις στην ώρα τους. Ούτε καν τον ενδιέφερε τι τραγούδια παίζονταν και πότε.
Βινύλια και CD δανεικά (και πολλές φορές αγύριστα) για αντιγραφή. Αντιγραφή σε κασέτα, εννοείται. Η οποία προϋπέθετε ΑΚΡΟΑΣΗ του άλμπουμ κατά την όλη διαδικασία -όχι "πετάω ένα άδειο CD στο αντιγραφικό" κι όξω από την πόρτα. Και δε φανταζόμασταν, φυσικά, ότι θα γεμίζαμε κάποτε σκληρούς δίσκους με ατέλειωτες ώρες και gigabytes 'ελεύθερης' μουσικής, που μπορεί και να μην ακούσουμε ποτέ.
Ανάμεσα στα στούντιο του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης υπήρχε μια μεγάλη αποθήκη με εκατοντάδες πεταμένους δίσκους βινυλίου. Πολλοί απ'αυτούς ήταν διπλοί και τριπλοί. Καμιά φορά και τετραπλοί. Η ανοργανωσιά -επαναλαμβάνω- σε όλο της το μεγαλείο.Αν ένας δίσκος υπήρχε 3 φορές δεν ετίθετο θέμα. Παίρναμε από έναν και φεύγαμε κύριοι. Αν ήταν διπλός, ρίχναμε κορώνα γράμματα ποιος θα τον πάρει και ποιος θα είχε την ατυχία να τον έχει -μοιραία- αντιγραμμένο... Η τύχη μου χαμογέλασε στους Dire Straits, στο LA Woman, στο Let it Bleed... Μου γύρισε όμως την πλάτη στο Ziggy Stardust και το -διακαή μου πόθο τότε- maxi single του Coppacabana.
Ένα σαββατιάτικο μεσημέρι μπαίνουμε με το Γιώργο στα στούντιο, κι ούτε Πέτρος, ούτε Χρήστος, ούτε υπεύθυνος. Παρά μόνο ένας άγνωστος τύπος, γύρω στα 40, με ακουστικά, που περιεργαζόταν τα μηχανήματα και κάποια cd.
- Γεια χαρά...
- Γεια σας παιδιά. Παναγιώτης. Χάρηκα.
- Κάνεις εκπομπή? Καινούργιος?
- Όχι μωρέ, με φώναξε το αφεντικό να συμμαζέψω λίγο το 'χάος'. Ξέρετε.. Εσείς? Κάνετε εκπομπή εδώ?
- Ε.. πού και πού..
"...να συμμαζέψω λίγο το 'χάος'"... Δεν ακουγόταν καλό αυτό. Κάτι μας έλεγε ότι οι μέρες της αφθονίας μας στο σταθμό ήταν μετρημένες. Σύντομα θα ερχόταν το τέλος της εφηβικής μας ασυδοσίας στο κατακαημένο ραδιοτηλεπτικό "μέγαρο"...
- Tι κάνεις τώρα? ρωτάμε τον Παναγιώτη.
- Να.. τσεκάρω κάτι CD.
Το μάτι μου πέφτει πάνω σε ένα μαύρο CD, που στο εξώφυλλό του είχε ένα πρίσμα και μια ακτίνα φωτός να διαθλάται. Ανοίγω το εσώφυλλο, βλέπω Pink Floyd... Μπα? Πώς μου χε ξεφύγει αυτό? Ήμουν τόσο απορροφημένος με το Wall και το Wish you were here.. είχα αγνοήσει πλήρως την ύπαρξη τούτου δω του δίσκου. The Dark Side of the Moon. Κοίτα φίλε μου τίτλος... Γαμάτος!
- Ρε μαλάκα, το ξέρεις αυτό? λέω στο Γιώργο
- Κάπου το χω ξανακούσει αλλά δεν έχω δώσει σημασία.
- Μπορώ να το πάρω να το αντιγράψω? λέω στον Παναγιώτη
- Πάρτο κράτα το, χαλασμένο είναι έτσι κι αλλιώς, κολλάει στην αρχή...
- Οκ
Καθώς επεξεργάζομαι το εσώφυλλο, βλέπω στην τελευταία σελίδα γραμμένο με στυλό "ΚΟΛΑΕΙ" (με ένα 'λ'). Anyway, πήρα το CDάκι σπίτι μου και το βαλα να το ακούσω. Mε ακουστικά. Πάντα.
Στα πρώτα 15 δευτερόλεπτα άκρα του τάφου σιωπή. Τίποτα. "Δίκιο είχε ο τύπος", σκέφτηκα, "μάλλον κολλάει..." ξαφνικά άρχισε να ακούγεται χτύπος καρδιάς, όλο και πιο έντονος. Μια ταμειακή μηχανή, κάποια λόγια, φωνές, ένα ουρλιαχτό και...
ΜΠΑΜ! Μι μινόρε, Λα... Breathe...
Έπεσε το σαγόνι μου. Για 43 ολόκληρα λεπτά. Ένιωσα σα να βρισκόμουν κοιμισμένος για χρόνια και κάποιος να με ξύπνησε απότομα. Ήταν η πρώτη φορά -και προς το παρόν η τελευταία- που σοκαρίστηκα τόσο πολύ με κάτι μουσικό. Για μήνες άκουγα κάθε μέρα 6 και 7 φορές το Dark Side of the Moon. Χωρίς να χορταίνω, χωρίς να βαριέμαι, ανακαλύπτοντας κάθε φορά κάτι καινούργιο. Ακόμα και σήμερα, 15 χρόνια μετά, μπορεί να μην το ακούω τόσο συχνά, αλλά εξακολουθώ να έχω τα ίδια συναισθήματα.
Η ασχετοσύνη του Παναγιώτη, που εξέλαβε ως κόλλημα την παύση στην αρχή του άλμπουμ, στάθηκε αφορμή για να αλλάξει η ματιά μου για τη μουσική.
Κάπως έτσι, και το ίδιο το The Dark Side of the Moon καθόρισε την αισθητική μου για την τέχνη γενικότερα.

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Αληθινά σενάρια 2

Είμαι σε βαγόνι του ηλεκτρικού απο Νερατζιώτισσα - Αττική. Δίπλα μου ένας -χαζοχαρούμενος- πατέρας με το 10άχρονο γιο του. Λίγο πριν φτάσουμε στο σταθμό της Αττικής, ο συρμός σταματά για μερικά λεπτά λίγο πριν το σταθμό , και δεξιά υπάρχει ένας τοίχος. Ο πατέρας έχει όρεξη για αστειάκια.
- Χαχα.. και τώρα θα ανοίξει η πόρτα και θα σκαρφαλώσουμε τον τοίχο για να βγούμε. Χαχα..
Τότε ο γιος του παίρνει ένα στραβωμένο ύφος και του απαντά.
- Χαχα.. Την είπες πάλι τη μαλακία σου...

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Τι νόημα έχει...?

Επί δύο μήνες την παρατηρούσε κάθε απόγευμα στη στάση. Λίγο πριν έρθει το τρένο των 16:45. Κάθε μα κάθε απόγευμα...
Γύρω στα 35, λίγο πάνω από 1.70, αδύνατη, με μακριά (βαμμένα) κόκκινα μαλλιά και ντύσιμο τόσο προσεγμένο, αλλά συνάμα τόσο απλό. Πάνω απ'όλα όμως, αυτό το βλέμμα που τσακίζει κόκκαλα... Όχι τα μάτια. Μάτια σαν τα δικά της μπορεί να συναντήσει κάποιος δεκάδες ζευγάρια. Τέτοιο βλέμμα όμως το βρίσκεις μόνο σε ιδιαίτερα άτομα.
Αφηρημένο μεν, αλλά ισορροπούσε ανάμεσα στην καθαρή ματιά του Μοντγκόμερι Κλιφτ και τη θολή του Στιβ ΜακΚουίν. Και το ότι χρησιμοποιώ αντρικά παραδείγματα (έστω και υπερβολικά) δεν είναι τυχαίο.
Κολλούσε, στην κυριολεξία σε ένα σημείο επί 5 λεπτά, χωρίς πολλές φορές να ανοιγοκλείσει ούτε τα βλέφαρά της. Μετά άλλαζε 'στόχο'.. Και ξανακολλούσε. Για άλλα 5 λεπτά. Κι ύστερα ερχόταν ο συρμός. Κι όταν καθόταν, έστρεφε το πρόσωπό της στο παράθυρο και κοίταζε το τζάμι. Με το ίδιο απλανές και νηφάλιο (αγγίζοντας τα όρια του ψυχοφαρμακευτικού) βλέμμα.
Κι αυτός εξακολουθούσε να την παρατηρεί, μην μπορώντας να καταλάβει αν το κάνει γιατί του αρέσει ή γιατί προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τη σκέψη της. Αλλά και πάλι μπερδευόταν. Με τέτοιο βλέμμα αυτή η γυναίκα ήταν ικανή μέσα στο κεφάλι της να έχει απ'το απόλυτο τίποτα μέχρι το άπειρο...
Ήθελε να της μιλήσει, αλλά φοβόταν. Δε ντρεπόταν, φοβόταν. Φοβόταν ότι διαταράσσοντάς της αυτή την αφηρημάδα, θα ήταν σα να κατέστρεφε ένα άγαλμα (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Όμως, η ανθρώπινη επικοινωνία δεν είναι εικαστικό ζήτημα κι επειδή η περιέργεια και η γοητεία σε σπρώχνουν με το ζόρι πολλές φορές, έπρεπε να γίνει μια αρχή.
Ένα απόγευμα περιμένοντας το τρένο την πλησίασε. Αυτή -σταθερά- στον κόσμο της. Έγειρε το κεφάλι του και της μίλησε:
- Καλησπέρα..
Αυτή χωρίς να ταράζεται γύρισε αμέσως και του απάντησε.
- Καλησπέρα σας...
- Μπορώ να έχω δύο λεπτά απ'το χρόνο σας?
- Φυσικά. Τι θα θέλατε?
(Jesus, τι επίσημος πλυθηντικός είναι αυτός?.. ένιωθε σα να μπαίνει στη ρεσεψιόν εταιρικού κτιρίου. Αλλά ευτυχώς δε μάσησε)
- Ταξιδεύουμε μαζί καθημερινά μ'αυτό το τρένο και σας παρατηρώ εδώ και καιρό. Έχετε κάτι πολύ ιδιαίτερο στο βλέμμα σας που με έχει γοητεύσει αλλά μου έχει κινήσει και την περιέργεια παράλληλα.
Αυτή του χαμογελάει.
- Ευχαριστώ πολύ.. Η αλήθεια είναι ότι είμαι λίγο αφηρημένη..
- Δεν εννοούσα αυτό.. (καλά, εννοούσες ΚΑΙ αυτό μεγάλε αλλά εντάξει, σε έβγαλε από τη δύσκολη θέση)
Έρχεται ο συρμός και μπαίνοντας μέσα της δίνει το χέρι του.
- εεε... Στέλιος...
- Χάρηκα πολύ..
- ...
- ...?
- ... το δικό σας?
- ... Τι νόημα έχει?
- Δε θα μου το πείτε?
- Τι νόημα έχει?
Ήταν η τελευταία απάντηση που περίμενε να ακούσει. Κι μετά από αυτό έπρεπε να ανασυνταχτεί για να συνεχίσει την κουβέντα μαζί της. Αλλά πώς? Ο τελευταίος άνθρωπος χωρίς όνομα ήταν ο Κλιντ Ίστγουντ στην τριλογία των "Δολλαρίων". Μια γυναίκα που τη ρωτάς "Πώς σε λένε" και σου απαντά "Τι νόημα έχει" είναι ή ψυχάκι ή μυστική πράκτορας. Ή και τα δύο. Η καλύτερη συνέχεια είναι να κάνει σα να μη συμβαίνει τίποτα.
- Εργάζεστε εδώ κοντά?
- Ναι, δουλεύω ως γραφίστρια σε ένα τεχνικό γραφείο.
Αυτό κι αν ήταν ανέλπιστο. Να μη θες να πεις το όνομά σου και να λες με ευκολία το πού δουλεύεις...
- Εσείς?
- Είμαι ιδιωτικός υπάλληλος σε μια κατασκευαστική εταιρεία.
- Α! Πολύ όμορφα. Και προς τα πού πάτε αν επιτρέπεται..?
- Κάτω Πατήσια, εσείς?
- ..εε..αφήστε το, τι νόημα έχει?
Kabooom!! Δεύτερη πιστολιά!
- Μα... εγώ σας απάντησα...
- Το ξέρω, εγώ όμως δεν είμαι υποχρεωμένη.. Ούτε κι εσείς ήσασταν άλλωστε.
Ο Στέλιος αρχίζει να κοιτάει αμήχανα γύρω του για να επιβεβαιώσει ότι βρίσκεται σε βαγόνι μετρό κι όχι σε καμπίνα διαστημόπλοιου εξωγήινων... Αλλά και πάλι δεν το βάζει κάτω. Ξεπερνά την αμηχανία και συνεχίζει την "επίθεση".
- Μπορούμε να κόψουμε τον πλυθηντικό?
- Δε νομίζω ότι γνωριζόμαστε αρκετά για να το κάνουμε.
- Γιατί είστε αρνητική?
- Ας πούμε... επιφυλακτική. Κι εσείς όμως είστε επίμονος. Τι ζώδιο είστε?
- Υδροχόος. Εσείς.. δε ρωτάω γιατί μάλλον δε θα μου απαντήσετε. Μπορώ να μαντέψω όμως. Μου δίνετε τρεις ευκαιρίες?
- Ούτε δώδεκα :) Δε χρειάζεται...
- Ναι.. Άλλωστε, "τι νόημα έχει?"
- Τώρα μιλάτε σωστά. Λοιπόν, Τάσο.. εε Τάσο δε σε είπαμε?
- Όπα! Τέλος οι επιφυλάξεις? Στέλιο με είπαμε.
- Συγγνώμη.. Άκου Στέλιο. Σ'ευχαριστώ για την προσπάθειά σου και εκτιμώ πολύ ότι μου αφιέρωσες χρόνο. Είσαι ωραίο παιδί, ευγενικό, αλλά αυτά δεν πιάνουν σε μένα.
Ουάου, τι απότομη αλλαγή... Η νεράιδα που έγινε μάγισσα... Τελικά είχε δίκιο. Ήταν πραγματικά σα να έσπαγε ένα άγαλμα. Το βλέμμα της δεν είχε πια την αφηρημένη γλυκύτητα που είχε συνηθίσει. Ήταν ήρεμο μεν, αλλά αυστηρό και εν μέρει ειρωνικό.
Συνεχίζει ακάθεκτη:
- Πόσο είσαι? 30?
- Μέσα έπεσες :)
- Βρες καλύτερα μια κοπελίτσα της ηλικίας σου να τα κάνεις αυτά... Πάντως το ότι είσαι Υδροχόος σε σώζει. Μη ρωτάς γιατί, αλλά να θυμάσαι ότι αυτό σε έσωσε.
Ο Στέλιος δεν έχει χρόνο να επεξεργαστεί αμέσως όλα αυτά που ειπώθηκαν και αποφασίζει να παραμείνει σιωπηλός μέχρι να κατέβει στην επόμενη στάση.
Κι εδώ κολλάει ο στίχος του Σαββόπουλου:
"Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στο χώρο του αοράτου..."
Προλαβαίνει παρόλα αυτά, γι αυτό το λίγο διάστημα να δανειστεί το 'αφηρημένο' βλέμμα της ;)
Λίγο πριν κατέβει προτείνει το χέρι του και της λέει χαμογελώντας:
- Λοιπόν, χάρηκα για τη γνωριμία δεσποινίς... όπως σας λένε τέλος πάντων..
- Κυρία! (τον διορθώνει αυτή)
- Whatever... Τι νόημα έχει...?

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Αληθινά σενάρια

Τέλη Δεκέμβρη, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Οδός Φαβιέρου, Πλατεία Καραϊσκάκη. Η ώρα 7.30 το πρωί και χουζουρεύω μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι μου στις 7.45. Ξαφνικά ακούω ένα φοβερό θόρυβο απ έξω. Ήτανε σπάσιμο τζαμιού και μάλιστα εις διπλούν.
Σηκώνομαι αμέσως, φοράω ένα παντελόνι και με την τσίμπλα στο μάτι κατεβαίνω να δω τι έγινε. Έξω από το διπλανό (εγκαταλελειμένο) κτίριο της πολυκατοικίας μου ένας Πακιστανός σωριασμένος σε άθλια κατάσταση και πίσω του τζάμια σπασμένα. Σε δευτερόλεπτα έχουν εμφανιστεί 2 μηχανές με αστυνομικούς κι ένα περιπολικό.
- Τι έγινε? Πώς χτύπησες? Του λέμε
Ο Πακιστανός κάνει μια κίνηση με τα χέρια δείχνοντας ότι είχε πηδήξει από κάπου...
- Απο πού πήδηξες? τον ρωτάει ένας αστυνομικός.
Αυτός δείχνει την πολυκατοικία μου..
- Και πώς βρέθηκες στο δίπλα κτίριο??
- Δεν ξέρω..
Άντε να βγάλεις άκρη. Τα ελληνικά του από ελάχιστα έως ανύπαρκτα.
Ένας απ'τους αστυνομικούς (όλοι τους ευγενέστατοι και συνεργάσιμοι παραδόξως) πηγαίνει στην παραδιπλανή αποθήκη χονδρικής (όπου έχουν βγει κι αυτοί έξω να δουν τι έγινε) και λέει σ'εναν κύριο.
- Μήπως δουλεύει κανένας Πακιστανός στην αποθήκη σας? Θέλουμε διερμηνέα.
- Εεε..χμ.. ννναι.. μισό λεπτό
Έρχεται ένας μεσόκοπος Πακιστανός κι αρχίζει να μιλάει με τον τραυματία. Και μας λέει:
- Πήδηξε από το 2ο όροφο της πολυκατοικίας (της πολυκατοικίας στην οποία μένω) στο φωταγωγό και απ'το υπόγειο βρέθηκε στο διπλανό κτίριο κι έσπασε το τζάμι για να βγει έξω. Τον κρατούσαν όμηρο κάποιοι Αφγανοί γιατί τους χρωστούσε 250 ευρώ και τον βασάνιζαν και πήδηξε για να σωθεί..
Οι περίοικοι κάνουν σαν να ανακάλυψαν την Αμερική
- Πωωωωπωωωω! πήδηξε απ'το 2ο????
- Αν αναλογιστείτε τι έχει τραβήξει για να ρθει Ελλάδα, μάλλον είναι παιχνιδάκι γι αυτόν, τους λέει μια άλλη κυρία.
Με ρωτάει ένας αστυνομικός:
- Μένετε στην πολυκατοικία? Είστε ένοικος?
- Ναι, λεω. Στον 1ο όροφο.
- Σε ποιον όροφο μένουν αλλοδαποι στην πολυκατοικία σας?
- εε..σε όλους...
Βάζουνε όλοι τα γέλια :))
- Αφγανοί μένουν στο 2ο? ξέρεις?
- Ναι, λέω κι έχουν έρθει και πρόσφατα.
- Τι άτομα είναι?
- Δεν έχουν δώσει δικαιώματα. ίσα ίσα, παραλάβανε ένα διαμέρισμα μπουρδέλο (το οποίο είχαν κάνει μπουρδέλο οι προηγούμενοι ένοικοι που ήταν ΕΛΛΗΝΕΣ και έφυγαν νύχτα χρωστώντας 8 νοίκια στην ιδιοκτήτρια!) και το έχουν φτιάξει απ οσο ξέρω.
- Τους ξέρεις? Θες να πάμε μαζί να τους μιλήσουμε να δούμε τι γίνεται?
- Πάμε ξέρω γω? Αλλά η όποια ανάκριση δεν είναι δική μου δουλειά, είναι δική σας.
- ΟΚ
Ανεβαίνουμε στο 2ο και χτυπάμε το κουδούνι. Μας ανοίγει ένας νυσταγμένος νεαρός. Το σπίτι κουκλι :) Κόκκινοι (ολοκόκκινοι!!) τοίχοι, χαλιά, καθόλου έπιπλα και παπούτσια στη σειρά.
- Καλημέρα...Πόσοι μένετε εδώ? Λέει ο αστυνομικός
- 6..
- Είστε απ το Αφγανιστάν?
- Ναι
- Χαρτιά έχετε?
- Ναι
(τα φέρνει, μαζί με το συμβόλαιο του σπιτιού, καθόλα νόμιμοι.)
Ο αστυνομικός ευγενεστατος πάντα:
- Μια χαρά.. Πάμε τώρα στα σοβαρά. Ένας πακιστανός το και το... Πήδηξε στο φωταγωγό για να σωθεί λέει κλπ κλπ κλπ
Ο Αφγανός απαντάει με ολύμπια ψυχραιμία και μας αφήνει μαλακες.
- Δεν πήδηξε.. Εμείς τον πετάξαμε απ' το παράθυρο της κουζίνας στο φωταγωγό.
..................................................................
Έχω μείνει με τον μπάτσο και τον κοιτάμε σα χάνοι. Ο αστυνομικός σαστίζει και του λέει
- Εεε... καλά, περίμενε... έρχομαι σε λίγο
Έπρεπε να ετοιμαστώ να πάω για δουλειά και δεν ειδα τι έγινε μετά, αν τους πήγαν μέσα ή κάτι σχετικό. Εν τω μεταξύ όμως έιχε έρθει ασθενοφόρο να πάει τον Πακιστανό στο νοσοκομείο.
Τις γιορτές έλειπα και γυρνώντας ενημερώθηκα ότι η αστυνομία έκανε ντου και έπιασε κάποιους στο 2ο και ότι εγκατέλειψαν τελικά το διαμέρισμα, γιατί ένα βράδυ μετά την πρωτοχρονιά ήρθε μια ομάδα Πακιστανών με λοστούς και πέτρες και σπάσανε το τζάμι της εξώπορτας της πολυκατοικίας. Λεπτομέρειες...