Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Πάντα αυτός ο μέλλοντας...

Όταν τα "θα" γίνονται παρόν,

ο Αόριστος παραμονεύει χαμογελώντας στη γωνία.

Να 'χουν οι γιαγιάδες να διαβάζουν παραμύθια στα εγγόνια.

Να 'χουν κι οι ποιητές να γράφουν στις χαρτοπετσέτες

στα παγκάκια

και στα φεγγάρια...



Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Συνταγή Γιατρού


Μάζεψα τις 2628 αναπνοές σου από εκείνο τον περίπατο στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου

και τις φύσηξα στο βαζάκι που ήταν το μέλι.

Να χω να τις βάζω με το κουταλάκι στο πρωϊνό μου.

Λίγο λίγο, μη μου σωθούν και πάθει ασφυξία η καλημέρα μου.

Δεν τρώω πρωϊνό. Σ'το χω πει ε?

Γι'αυτό και καταναλώνω τις αναπνοές σου τα βράδια που γυρνάω απ'τη δουλειά

και δεν έχω τι να φάω.

Σε μεγάλες ποσότητες. Με το δάχτυλο. Με τα δυο δάχτυλα. Με το κουτάλι της σούπας.

Τώρα μου έχουν μείνει 365

κι ο γιατρός μου συνέστησε να μην κάνω καταχρήσεις.

Να παίρνω μία την ημέρα, λέει. Κάθε πρωί.

Μια σου την ημέρα όμως δε φτάνει.

Αδιαφορώ για το αν θα τελειώσουν γρήγορα. Ας γίνει ό,τι είναι να γίνει.

Μη σου πω ότι κανά βράδυ σουρωμένος θα τις πιω όλες με τη μία. Κι ας σκάσω...

Δε θα ξαναγεμίσω το βαζάκι με μέλι.





Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Πρωινό



Τα πρωινά οι ρόδες μου κυλάνε αργά
παρόλο που μυρίζουν άγχος και βιασύνη.

Αργά

Δυο κουταλιές φόβο στον καφέ μου
και λίγο ήλιο θέλω...

– Κρυώνω...
   – Κουμπώσου...




Η δουλειά σου κι η δουλειά μου
ο καθένας στη δουλειά του
ο καθένας τη “δουλίτσα” του
κι ο Ήλιος τη δική του
όποτε του ξημερώσει...

Οι ρόδες μας όμως πρέπει να κυλάνε.
ΠΡΕΠΕΙ
Βγει δε βγει

Απλά θα κυλάνε ακόμα πιο αργά.
Και βασανιστικά.

Και πιο βασανιστικές θα ναι οι ώρες της αναμονής.
Μέχρι να ξεκινήσουν να κυλάνε.
Γιατί μπορεί και να μην...



*Ευχαριστώ  για την φωτογραφία Κατερίνα


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Les yeux noirs


Black skirt...

Black Black Black skirt...

Black shirt...

Black Black Black shirt...

Black glasses...

Black Black Black glasses...

Black hair...

Black Black Black hair...

Black eyes...

Black Black Black eyes...

But all of them. Together. So bright....



Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Αγάπη (του Μίκαελ Χάνεκε)

Σπάνια θα γράψω για μια ταινία. Δε μετράει αν είναι "καλή ή κακή". Δεν έχει σημασία αν είναι αριστούργημα. Αρκεί να με αφήσει ακούνητο και αμίλητο αφού τελειώσει.

Η ταινία 'Αγάπη' του Μίκαελ Χάνεκε ξεκινάει από το τέλος. Η γηραιά κυρία Αν (Εμανουέλ Ριβά) κείτεται "ενταφιασμένη" ουσιαστικά στο υπνοδωμάτιό της, με το καλό της φόρεμα και λουλούδια γύρω της. Είχε φροντίσει γι αυτό ο Ζορζ (Ζαν Λουί Τρεντινιάν), ο σύζυγός της, σύντροφος για μια ολόκληρη ζωή.
Ξέρουμε λοιπόν τι θα γίνει στο τέλος της ταινίας. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Η Αν θα πεθάνει. Ούτε στον πραγματικό -μη φιλμικό- κόσμο υπάρχουν εκπλήξεις. Όλοι μας θα πεθάνουμε.
Η Αν και ο Ζορζ λοιπόν. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μουσικών, όπου (απ'το πρώτο πλάνο στο θέατρο μέχρι τον τελευταίο τους διάλογο) αποπνέει ευγένεια. Ο Χάνεκε επιλέγει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ευκατάστατων και καλλιεργημένων αστών -σκόπιμα ίσως(?) ενάντια στην καραμέλα "όπου φτωχός κι η μοίρα του" - και αφηγείται την ιστορία των στερνών τους, μέσα στο παλιό, κλασικό τους διαμέρισμα στο Παρίσι.
Αυτό το διαμέρισμα -που ο θεατής το "μαθαίνει απ'έξω" και από ένα σημείο και μετά περιφέρεται μέσα του σαν να είναι δικό του σπίτι- φανερώνει σε κάθε του γωνιά, σε κάθε του πόρτα, σε κάθε του σημείο, την καλλιέργεια και την ευγένεια της Αν και του Ζορζ. Πολύ περισσότερο κι απ'τα μειλίχια πρόσωπά τους κι απ'τις γλυκιές τους συνομιλίες. Η μεγάλη βιβλιοθήκη, το στερεοφωνικό και το πιάνο στο σαλόνι. Το τραπέζι στη γωνιά της κουζίνας. Το παράθυρο. Ο μεγάλος διάδρομος... Μετά την επιστροφή του ζευγαριού από το κοντσέρτο πιάνου στη ναρχή της ταινίας, δε θα ξαναδούμε τι γίνεται έξω (ακόμα κι όταν η κόρη του Ζορζ και της Αν, η Εύα (Ιζαμπέλ Ιπέρ) κλαίει στο παράθυρο, οι κουρτίνες είναι κλειστές).
Μετά το πρώτο εγκεφαλικό της Αν, ο θεατής είναι υποψιασμένος για το τι θα της συμβεί στη συνέχεια. Δεν είναι υποψιασμένος όμως για την αντίδραση του Ζορζ. Ο τρόπος που περπατάει, που μιλάει, που κάνει τις δουλειές του σπιτιού και -κυρίως- ο τρόπος που φροντίζει τη σύντροφο της ζωής του, είναι γεμάτος Ψυχραιμία, Αξιοπρέπεια και ΑΓΑΠΗ. Σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, δε θα τον δούμε να ξεσπάει, να κλαίει, να απελπίζεται. Ο Χάνεκε δε μας αφήνει ούτε καν να φανταστούμε ότι ο Ζορζ κλείνεται στο δωμάτιό και κλαίει για την αναπόφευκτη κατάληξη της γυναίκας του. Τον βλέπουμε πάντα ήρεμο, με το χαρακτηριστικό ρομποτικό του περπάτημα, σοβαρό και πάνω απ'όλα Αξιοπρεπή. Κάπως έτσι, αυτή η Αξιοπρέπεια τον αναγκάζει να κρατήσει σε απόσταση απ'το 'δράμα' ακόμα και την ίδια του την κόρη. Κάπως έτσι, κρατά σε απόσταση απ'το 'δράμα' κι εμάς τους θεατές. Χωρίς πολλά δάκρυα, αναφιλητά και ξεσπάσματα.
Όμως, η Αγάπη δεν είναι μόνο απ'τη μεριά του Ζορζ που φροντίζει. Είναι κι απ'τη μεριά της Αν που φροντίζεται, αλλά και χειροτερεύει -κι αυτό είναι τελικά η μεγαλύτερη σκηνοθετική επιτυχία του Χάνεκε. Τα μάτια της, καθώς κι αυτό το σπαρακτικό Mal ("Πονάει") που μονολογεί στα τελευταία της, δεν απαιτούν τίποτα παραπάνω απ'το σύντροφό της απ'το να είναι στο πλευρό της. Δεν τη νοιάζει αν θα την πλύνει, αν θα την ταΐσει ή αν θα την κοιμίσει. Τον θέλει δίπλα της γιατί ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΕΙ διάολε. Και το βλέμμα της, μαζί με τον πόνο της, είναι ό,τι μπορεί να του ανταποδώσει.

"Γιατί δεν πίνεις..? Θέλεις να σε αφήσω να πεθάνεις?" λέει ο Ζορζ καθώς της δίνει νερό κι αυτή αρνείται.
Η Αν δεν απαντά, μονάχα τον κοιτά και το βλέμμα της φωνάζει "Ακόμα κι αν δε θέλω να με αφήσεις, δε γίνεται αλλιώς..."

Λίγη σημασία έχει να σας γράψω για τις ερμηνείες των ηθοποιών, ή να αναλωθώ κι άλλο για το πώς εισέπραξα τους διάφορους συμβολισμούς του Χάνεκε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Το όνειρο του Ζορζ, τα οράματά του, το περιστέρι... Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου άλλωστε. Ο καθένας εισπράττει αυτό που εισπράττει και το ερμηνεύει όπως θέλει κι όπως μπορεί.

Το φοβερό αυτό φιλμ (σίγουρα ένα απ'τα συγκλονιστικότερα που έχω δει) δεν ήταν για μένα (άλλος) ένας προβληματισμός για το Θάνατο. Ήταν μια μεγάλη κραυγή για τη Ζωή: "ΜΗ ΛΕΣ Σ'ΑΓΑΠΩ. ΠΡΑΞΕ ΤΟ".

Η Αγάπη όσο δυνατή κι αν είναι, δε μπορεί να αποτρέψει το πιο βέβαιο πράγμα. Τη Φθορά και το Θάνατο. Μπορεί όμως να αποτρέψει την κακή ζωή. Η Αγάπη είναι αυτή είναι που σέρνει πίσω της την Ευγένεια, την Καλλιέργεια, τη Στοργή, την Αξιοπρέπεια...και τόσες άλλες αρετές. Κι η Αγάπη είναι αυτή που θα υψώσει τοίχο για να μείνουν πίσω τα ελαττώματα.

Το ότι θα πεθάνουμε λοιπόν, είναι σίγουρο. Το ότι ζούμε είναι? Μόνο αν αγαπήσουμε θα φτάσουμε πιο κοντά στην απάντηση. Κι ένας ακόμα (μικρός) λόγος για να αγαπήσουμε, είναι τούτη η ταινία.

Μίκαελ Χάνεκε, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Εμμανουέλ Ριβά, Ιζαμπέλ Ιπέρ
Σας ευχαριστώ.    






Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Μomentography

Κι αν αναπνέω λόγια είναι γιατί μετράω τις ανάσες σου και τις κρατάω καβάτζα. Ξέρεις... Για κείνες τις σιωπές μας που πρέπει να γίνουν πιο συγκεκριμένες. Πρέπει. Λένε.

Πρέπει αλλά δε θέλω να μαι συγκεκριμένος και σαφής ούτε στις σιωπές μου. Προτιμώ το χάος μου. Και το χάος σου. Με βοηθάει στο γράψιμο.

Δε θέλω να ναι συγκεκριμένες ρε. Όχι. Θέλω να προκύπτουν από κείνες τις κουβέντες που δεν αρχίσαμε ποτέ. Βουτηγμένες στον καπνό και τη μπύρα.

To αφήνω σε σένα. Αφού κρεμάσεις τις φωτογραφιούλες σου στον τοίχο και στον "τοίχο" μου.
Το σακί το κρυψα... Ψέμματα... Το ζαλώθηκα στην πλάτη. Να πουλήσω το εμπόρευμα για ένα κομμάτι ευτυχίας.

Ανάσες καβάτζα. Στη σχολική μου τσάντα, μαζί με τις σημειώσεις της Φυσικής που ποτέ δε διάβασα. Δεν έτυχε...? Δεν πέτυχε...? Λίγη σημασία έχει. Συνήθιζα να έχω την τηλεόραση ανοιχτή νυχθημερόν, γι αυτό. Δε διάβαζα.

Ξέρεις, αυτή την παλιά την τηλεόραση μωρέ, τη χοντρή και άσχημη, που κάθε φορά που χιόνιζε έβαζε τα κλάματα. Στο mute.

Το γιασεμί μένει λευκό. Λέει. Αυτός, ξέρεις... Και το δωμάτιό μου λευκό μένει. Μάλλον απ'τα δεκάδες κολλημένα φυλλάδια, που έχουν τυπωμένα επάνω κατεβατά που δεν είμαι σε θέση να δω. Και μένουν λευκά. Όλα.

Μπορεί και η αναμονή μου λευκή να είναι. Πλάι στη χιονισμένη χοντρή τηλεόραση.


Αθήνα σου λέει ο άλλος. Xόρτασα ουρανό στο τετράγωνο. Και "εις το τετράγωνο". Αλλά ακόμα διψάω για ουρανό. Στα ξενύχτια μου.


Ναι, ξεκίνησα να μετράω τις ανάσες σου για να μπορώ να σε περιμένω πιο εύκολα. Αλλά ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσο σε περιμένω.

Η Αγάπη θυμάται. Και είναι μέσα μας. Λένε.




Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Στην άκρη της αποβάθρας


Μετρό Πανόρμου. Σάββατο βράδυ. 22.30.
Κατεβαίνω με τις κυλιόμενες σκάλες. Μπροστά μου δυο 16χρονα. Αγόρι-Κορίτσι. Φιλιούνταν.
Χωρίζονται. Το αγόρι μαζί μου προς Αιγάλεω. Το κορίτσι προς Αεροδρόμιο.

Στέκονται στο χείλος της αποβάθρας και κάνουν νοήματα το ένα στο άλλο. Χαμογελούν. Απλώνουν τα χέρια τους. Ακουμπάνε το καθένα το στήθος του.

Είναι κωφάλαλα.

Κάνουν νοήματα που δεν καταλαβαίνω.

"Παρακαλούμε μη στέκεστε στην άκρη της αποβάθρας"

Δεν ακούνε. Αλλά ακόμα κι αν άκουγαν θα το αγνοούσαν. Θέλουν να πάρουν φόρα και να πηδήξουν στις ράγες και να γίνει το θαύμα και να αγκαλιαστούνε στον αέρα. Aπλώνουν τα πόδια τους στο κενό.

"Παρακαλούμε μη στέκεστε στην άκρη της αποβάθρας"

Δεν ακούνε. Δεν τους νοιάζει.

Έρχονται οι συρμοί. Ταυτόχρονα. Αυτά κολλημένα στα παράθυρα. Νοήματα. λες και δεν θα ξαναειδωθούν ποτέ.

Δεν ακούω πλέον καμιά ανακοίνωση. Κανέναν θόρυβο. Ακούω μόνο τις καρδιές των 16χρονων να χτυπάνε ντάπα-ντούπα και να σείεται ο σταθμός.

Και αυτά το ίδιο ακούνε. Μόνο αυτό.



Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Τα θυμάμαι



Ήταν όλοι εκεί, να μου τραγουδήσουν. Με παρακάλεσαν να θυμηθώ τα λόγια όταν ξυπνήσω.



Holding your breath to pretend that you're dead,
you know deep inside this is not the end.
Pushing your limits under your bed...
Just spell the words that cannot be said.

Go out and try to meet yourself soon
probably on the dark side of the moon.
Just close your door and stop all your plans
stay in the rain and start to dance.

Ιf there is something that you cannot fix
remember that your magic number is six.
Seven is high and five is too low
Dreams are your arrows, mind is your bow...

Go out and try to catch this red balloon
probably on the bright side of the moon.
Just close your eyes and stay above
and don't open them till you find love...



Τους ευχαριστώ...



Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

1000 τσιγάρα δρόμος

Να δεις που ένα βράδυ γυρίζοντας, θα βρούμε το αμάξι σου γεμάτο τσιγάρα. Τσιγάρα χύμα... Στα καθίσματα, στα ντουλαπάκια, στο ταμπλώ, στο πορτ μπαγκάζ. Παντού τσιγάρα μέχρι την οροφή.

Και θα 'ναι η πρώτη φορά που δε θα χω μαζί μου αναπτήρα ούτε κι εσύ και τα περίπτερα θα 'ναι όλα κλειστά και δε θα κυκλοφορεί άνθρωπος και ο μοναδικός που θα συναντήσουμε θα μας πει "δεν έχω φωτιά δεν καπνίζω".

Θα μου πεις "πάμε σπίτι γρήγορα" και θα σου θυμίσω ότι μάλλον ούτε κι εκεί έχουμε αναπτήρες και θα μου απαντήσεις "θα ανάψουμε στο μάτι της κουζίνας".

Kαι θα οδηγείς σαν τρελός στα στενά κάνοντας κατάχρηση της προτεραιότητάς σου και θα τρως τα κόκκινα στις λεωφόρους σαν καραμέλες για να φτάσουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και μόλις φτάσουμε θα ανέβουμε δυο-δυο τα σκαλιά και με τη γλώσσα έξω θα ψάχνω τα κλειδιά και δε θα τα βρίσκω...

Θα κατέβουμε ξανά τρέχοντας τα σκαλιά και θα ψάχνουμε στις κολώνες για αυτοκόλλητα με τηλέφωνα κλειδαράδων 7777777 656565656 και θα πατάμε κουμπιά απεγνωσμένα στα κινητά μας και στο τέλος θα τον βρούμε αυτόν τον έναν και θα ρθει για να μας ανοίξει.

"Να σου πω ρε φιλαράκι, μπας κι έχεις καμιά φωτιά?"
"Αμέ.. Ορίστε"
"Μπορούμε να τον κρατήσουμε?"
"Ναι βέβαια"
"Θενξ.. Νασουπώ... Άστο, μη μας ανοίγεις, θα βρούμε άλλη μόντα."
"..."

Και θα καπνίζουμε μέχρι να τελειώσουν τα τσιγάρα στο αμάξι, γιατί τα κλειδιά του σπιτιού κάπου εκεί θα 'ναι θαμμένα.





Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Σκόνη στις γραμμές

Στη μεγάλη και απότομη στροφή από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο, οι καλοί οδηγοί τραβάνε χειρόφρενο. Θα σηκωθεί τόση σκόνη που θα σκεπάσει την άμμο απ'τις παραλίες και θα θολώσει όσο πρέπει τη λιακάδα. Κι η μυρωδιά του λάστιχου θα φτάσει μέχρι τους πεζούς στην άκρη της πόλης, που περπατάνε σκυφτοί και δεν πατάνε τις γραμμές στα πλακάκια των πεζοδρομίων...

Γι αυτούς δεν υπάρχουν στροφές. Μόνο μπρος. Δε γνωρίζουν μήνες, Ιούλιους, Οκτώβρηδες, Μάρτηδες... Δε γνωρίζουν Δευτέρες και Παρασκευές. Ούτε οχτώ παρά τέταρτο και τεσεράμισι. Ο χρόνος τους μετριέται σε πλακάκια πεζοδρομίων. Η φθορά στα πλακάκια κι η φθορά στο πρόσωπό τους. Κι αν τυχόν και πατήσουν κατά λάθος καμιά γραμμή τι θα γίνει ο χρόνος? Θα σταματήσει? Θα πάει πιο πίσω? Πιο μπροστά?

Και ξαφνικά τι?

Φθινόπωρο?

Τι είναι αυτό?

Δε βλέπω.. Έχει σηκωθεί πολλή σκόνη..







Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Πλημμύρα. A (very) short movie.

Ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας της... Κι αυτός έκανε κανό γελώντας, ξεκινώντας κατάβαση απ'τα μάτια της... Το στόμα της δεν τολμούσε να το ανοίξει, μην τυχόν και τον καταπιεί και του στερήσει την απόλαυση...



Θάλασσες τα δάκρυά της... Κι αυτός μέτραγε τους αέρηδες με το ιστιοπλοϊκό του. Κι όποτε δε φύσαγε, κι όποτε σταματούσε η μηχανή, αυτή τράβαγε κουπί για να βοηθήσει...



Κάποια μέρα, όμως, ήταν τόσο χαρούμενη και ξένοιαστη που κολυμπούσε.

Στα αίματά του. Ποτάμι και θάλασσες μαζί.



Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Αναγνωστικό Πρώτης Δημοτικού (Mέρος 1ο)


- Η λέξη 'Αγαπώ' ξεκινάει απ'το Α και τελειώνει στο Ω, σωστά?
- Σωστά
- Ξέρεις ότι εκτός απ'το Α, το Γ και το Π περιέχει και τα υπόλοιπα γράμματα της αλφαβήτας μέσα της?
- Όχι
- Θα πρεπε...
- Δηλαδή?
- 'Βάσανο' λέει το Β, κρυμμένο στους πρόποδες του Α.. Γελάει το Γ, αλλά δεν έχει αντιληφθεί το Δ πίσω του να φέρνει τη 'Δίψα'..
- Έλα.......!
- Ακριβώς. Αυτό φωνάζει το Ε και απαντάει 'Έρχομαι' το ίδιο.
- Και το Ζ?
- Χαζέ.. Δεν ξέρεις? Το Ζ είναι όλη η Ζωή. Μονο που θα τη δεις στριμωγμένη στο δεύτερο Α. Γιατί Ζωή χωρίς Ζόρι δε γίνεται. Ούτε Αγάπη..
- Ναι.. δε γίνεται..
- Κι αν παρατηρήσεις την οροφή του Π να πέφτει, βγαίνει ο Ήλιος του Η.




- Mπορώ να σκεφτώ πολλές λέξεις με το Θ. 'Θέλω', 'Θέρος', 'Θύμηση'. Αλλά είναι και μία που δεν θέλω να την πώ. Θα πρεπε να ναι η τελευταία. Εκεί που να τελειώνει η Αγάπη.
- Αρχίζεις και πιάνεις το νόημα.
- Δεν ξέρω. Ίσως.. Πάντα υπάρχει ένα 'Ίσως'..
- Βλέπεις, φαντάζομαι, άπειρα Κ...
- Ουουου... νομίζω ότι κάνουν Κύκλους...
- 'Κράτα με' λέει το ένα στο άλλο. Μέχρι την Κορυφή...




- Kαι μετά...?


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Εγκυκλοπαιδική Καταδίωξη. Α short movie


- Κάτσε ήσυχα...
- Είναι τρέλα. Αυτοκτονία.
- Μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη?
- Eίσαι παρανοϊκός!
- Είμαι παρανοϊκός...


- Μας κυνηγάνε
- Μας κυνηγάνε
- Είναι πολλοί
- Το ξέρω
- Δεν έχουμε χρόνο
- Θα φτιάξουμε
- Mπορείς να τρέξεις λίγο πιο γρήγορα?


- Φάε κάτι
- Δεν πεινάω
- Φάει κάτι...
- Όχι. Το στομάχι μου είναι κόμπος.
- Φοβάσαι?
- Ποτέ δεν έχω φοβηθεί ξανά τόσο πολύ


- Καθρέφτες
- Καθρέφτες
- Μας βλέπουν
- Είναι άπειροι
- Μας βλέπουν
- Θα μπερδευτούν


- Όροφοι
- Όροφοι
- Πόσοι?
- Μέτρα τους
- Πώς?
- Σκάλες
- Όχι
- Ασανσέρ
- Όχι
- Πέσε
- Θα τα πούμε κάτω...



- Γυαλιά
- Γυαλιά
- Μαύρα
- Καθρέφτες
- Όροφοι
- Μας βλέπουν?
- Κανείς
- Μας κυνηγάνε?
- Κανείς
- Είσαι παρανοϊκός
- Είμαι παρανοϊκός
- Σε μισώ
- Ψέμα...
- Το πιο μεγάλο που έχω πει...




Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Hurry high butterflies


Κάποτε ζούσαν τρεις πεταλούδες στο φωταγωγό της...
Ήταν συνέχεια μαζί, αχώριστες.
Δεν πήγαιναν πουθενά, όλο γύρω γύρω στο φωταγωγό πετούσαν.
Στην αρχή ήταν πολύχρωμες, σχεδόν θαμπωνόσουν με το χρώμα τους.
Σαν μελωδία ένα πράμα. Χρώμα και νότα.

Σιγά σιγά ξεθώριαζαν και πετούσαν και πιο “άψυχα”.
Χανόταν το χρώμα, χανόταν και η ενέργεια στο πέταγμα.
Κάποτε τις βρήκε καθιστές. Και άχρωμες.

Δεν άντεξε. Τις πήρε και τις τρεις στη χούφτα της.
Πήρε ένα μαχαίρι και άνοιξε τρύπα στο αριστερό μέρος του στήθους της.
Έβαλε τις πεταλούδες μέσα, να ακουμπούν την καρδιά της.
Έραψε την πληγή και περίμενε.

Ώρες

Μέρες

Μήνες



Άρχισε να νιώθει σκιρτήματα.
Οι πεταλούδες ξύπνησαν.
Πήρε ξανά το ίδιο μαχαίρι και άνοιξε πάλι τη σχισμή.
Τις έβγαλε απ΄την καρδιά.
Είχαν γίνει κατακόκκινες.
Πορφυρές.

Τις άφησε ελεύθερες. Και πέταξαν με τέτοια ορμή λες και ήταν χελιδόνια.




Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Να σας προσφέρω...?


- Ώστε... αεροσυνοδός λοιπόν!
- Ναι...
- Πετάτε συχνά?
- Σε τρεις μέρες φεύγω για Λονδίνο.
- Λονδίνο!?! Κι ύστερα?
- Ύστερα φεύγω για διακοπές στο Saint Tropez...
- Είστε πολύ τυχερή!
- Δε βαριέστε...
- Θα θέλατε ένα Grand Marnier?
- Χμ... γιατί όχι?
- Κίτρινο ή κόκκινο?
- Ω..δεν έχει σημασία... άλλωστε όλα ασπρόμαυρα τα βλέπω...





Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Ρίξε την τράπουλα στο τζάκι


Πού το θυμήθηκα τώρα το τζάκι σου ντάλα καλοκαίρι... Λες να με πιάσανε τίποτα κρυάδες και να μην το χω πάρει χαμπάρι? Mπα... Είναι που θυμήθηκα τότε που καθόμαστε μπροστά του και ρίχναμε ο ένας στον άλλον τα χαρτιά και προβλέπαμε το -άμεσο πάντα- μέλλον. 

Έκαιγε δεν έκαιγε το τζάκι, εμείς μελλοντολόγοι. Κάτι "ωχ" και κάτι "φτασμένα" (που ποτέ δε φτάσανε.. τόσο καλοί ήμασταν) και κάτι το 10 το καλό που έμενε έξω... Γαμώ τη ντάμα κούπα που "δε με κοιτάει" και γαμώ το ρήγα μπαστούνι που είναι παραδίπλα. "Τηλέφωνο στο δρόμο σου". "Μα δε γίνεται!". "Ε τι να κάνουμε, έτσι λέει". "Σάμπως δε μας τα λες καλά, πάμε απ'την αρχή".

Τσιγάρο φουλ κι ελληνικός καφές που πίνεται πιο γρήγορα κι από εσπρέσο. (Τον καφέ ευτυχώς δεν αποπειραθήκαμε να τον "πούμε" ποτέ, γιατί ποιος ξέρει τι παπαριές θα λέγαμε -ενώ στα χαρτιά σκίζαμε...)

Κι είναι που όπου κι αν σε συναντήσω, σε παραλίες, μπαρ, σταθμούς και ξένα σπίτια, ακόμα και τώρα, μετά από 30 χρόνια, θα μου ρχεται αυτή η μυρωδιά της χοντρής πλαστικής σου τράπουλας μαζί με λίγο στάχτη από το τζάκι σου. 


Αυτό το "φτασμένο" πια... Πόση παράταση να πάρει ακόμα... Ευτυχώς που δεν ήρθε γιατί μπορεί να μας συναντούσε και να μην το παίρναμε πρέφα. Θα ρθει σίγουρα αλλά πώς θα ρθει? Λες να το χάσουμε σαν τον τελευταίο συρμό του μετρό γυρνώντας απ'το ΚΤΕΛ? 

Δε θα το χάσουμε. Θα μας βρει σε κανά μπαρ και απ'τη χαρά μας θα το πιούμε, κι ας μας λένε αλοολικά. 

Τέρμα οι τράπουλες. Όταν θα ξανάρθω στο τζάκι σου θα πιούμε μόνο καφέ και τσιγάρο.




Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Η αφίσα


Kαμιά φορά μ'αρέσει να κλείνω τα μάτια και να ακούω διάφορες φωνές στο κεφάλι μου...

Την ώρα που ξαπλώνω...

Όταν χαζεύω απ'το μπαλκόνι...

Όταν ταξιδεύω μόνος με τη συγκοινωνία...

Όταν, δε, είναι οικείες ή -ακόμα καλύτερα- προέρχονται απ'το παλιό παιδικό μου δωμάτιο μ'αρέσει περισσότερο.

Και τότε μ'άρεσε, τώρα που το ξανασκέφτομαι, να ακούω φωνές. Συγκεριμένα μ'άρεσε να μου μιλάει μια συγκεκριμένη. Είχα και εικόνα. Απέναντι απ'το κρεβάτι μου. Μια αφίσα. Αυτή μου μιλούσε... 


Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Δυό μικρές σαγιονάρες...



Άραζε στην άμμο... Για την ακρίβεια.. ήταν μισοθαμμένη στην άμμο. Ταλαιπωρημένη και μόνη. Μια μικρή καφέ σαγιονάρα, φθαρμένη και αφημένη εκεί πολύ καιρό... Χάζευε τη θάλασσα και περίμενε το μπάτη να φυσήξει για να της φέρει λίγο κύμα να δροσιστεί. 
Σε απόσταση ασφαλείας, τα πλαστικά μπουκάλια είχαν φτιάξει τη δική τους κλίκα και την αγνοούσαν επιδεικτικά...Παραπέρα τα θαλασσόξυλα. Οι 'ιθαγενείς' όπως τους έλεγε... 

Κάθε μέρα πηγαινοέρχονταν στην παραλία διάφοροι άνθρωποι, αλλά κανένας δεν της έδινε σημασία... Ούτε καν τα πιτσιρίκια από περιέργεια... 
Όχι ότι αποζητούσε την προσοχή όλων αυτών... Προτιμούσε να μην έχει παρε δώσε με κανέναν, παρά να μισοχώνεται στην άμμο, να χαζεύει τη θάλασσα και να θυμάται το έτερόν της ήμισυ, που σκίστηκε τότε σε κείνα τα κρυμμένα αγκάθια πριν την παραλία... Θυμόταν κι αναστέναζε,γιατί είχαν πει να λιώσουν μαζί, μέχρι ο ιδιοκτήτης τους να τις πετάξει σε κανένα κάδο και να πολτοποιηθούν παρέα και να γίνουν ένα. Όνειρα... Χαλίκια κι αμμουδιές που ονειρεύονταν να πάνε. Αυτά την κρατούσαν στη ζωή τη μικρή καφέ σαγιονάρα...

Ώσπου μια μέρα φύσηξε μπάτης δυνατός κι έφερνε το κύμα πολύ μέσα στην ακτή... Ήταν περίπου 8 το βράδυ. Έπεφτε ο ήλιος σιγά σιγά... Οι λιγοστοί άνθρωποι που ήταν στην παραλία άρχισαν να τα μαζεύουν... Τα πλαστικά μπουκάλια κρύφτηκαν πίσω απ'τα δέντρα και τα θαλασσόξυλα πίσω απ'τις μεγάλες πέτρες. Η μικρή καφέ σαγιονάρα ατάραχη... 'Έτρωγε' πολύ νερό αλλά δεν την ένοιαζε. Παρέμενε μισοθαμμένη στην -βρεγμένη- άμμο...

Ξαφνικά μέσα από τη θάλασσα άρχισε να την πλησιάζει κάτι που της έμοιαζε. Δεν έβλεπε καλά... Αγνώστου ταυτότητος πλεούμενο αντικείμενο... Χμμμ.. Όχι και τόσο αγνώστου... Όσο πλησίαζε με το κύμα τόσο γινόταν πιο διακριτό. Ήταν μια άλλη σαγιονάρα... Μετά από λίγη ώρα το κύμα την ξέβρασε στην άμμο...

Ήταν μια μικρή πράσινη σαγιονάρα. Ταλαιπωρημένη κι αυτή. Από ταξίδι...

- Ουφ... ευλογία να συναντάς 'δικούς' σου... είπε
- Από πού έρχεσαι? τη ρώτησε η καφέ σαγιονάρα
- Από ένα φέρρυ μποτ στ'ανοιχτά... Η κυρία μου με φόραγε στο αριστερό της πόδι κι έτσι καθώς το ανέμιζε στα κάγκελα του πλοίου...
έπεσα στη θάλασσα...
- Και το ταίρι σου? ρώτησε η καφέ σαγιονάρα..
- Του φώναζα να πηδήξει κι αυτό στη θάλασσα... Μετά από ώρα πήδηξε... αλλά είχα ξεμακρύνει. Εξακολουθούσα να του φωνάζω να ρθει κοντά μου.. 
Αλλά πήγαινε αντίθετα.. 
- Και τι έγινε? ξαναρώτησε η καφέ σαγιονάρα...
η πράσινη σαγιονάρα βούρκωσε
- Είχε πολύ κύμα... Δεν μπορούσα να δω τίποτα. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα ήμουν μόνη πια στα ανοιχτά... 
- Και τώρα τι θα κάνεις? ξαναρώτησε η καφέ σαγιονάρα...
- Θέλω να ξαποστάσω απόψε και να ξαναμπώ στη θάλασσα να το ψάξω! 

Είχε νυχτώσει... Οι δυο σαγιονάρες κοιμήθηκαν και με το που βγήκε ο ήλιος, η πράσινη απ'την έννοια της ξύπνησε αμέσως...

- Πρέπει να ετοιμαστώ.. Έχω ταξίδι.. μονολογούσε

Ξύπνησε και η καφέ..

- Θα φύγεις τελικά? 
- Ναι, και πολύ άργησα, απάντησε η πράσινη σαγιονάρα. Θα ρθεις μαζί μου να με βοηθήσεις???

τότε η καφέ σαγιονάρα φύσηξε με αναστεναγμό και κοίταξε με συμπόνοια την πράσινη...
- Μπα...καλό ταξίδι...

η πράσινη σαγιονάρα πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε... Λίγο πριν βουτήξει κοντοστάθηκε... Γύρισε προς την καφέ σαγιονάρα...
- Αλήθεια, δε σε ρώτησα... Το δικό σου ταίρι πού είναι?

- Ταξιδεύει... ίσως το συναντήσεις στο δρόμο σου...



Ακούστε το εδώ...

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Κόκκινο


Γκρι. Και πίσω απ'το γκρι πάλι γκρι. Και πίσω κι απ'αυτό το γκρι κι άλλο γκρι κι άλλο γκρι.

Πράσινα λιβάδια ατελείωτα. Στρέμματα να χαθεί το μάτι σου...

Θάλασσα κι ουρανός ατελείωτα. Μπλε. Γαλάζια. Αχόρταστα.

Η μονοτονία του γκρι σπάει μόνο με το πράσινο των λιβαδιών.

Η μονοτονία του πράσινου των λιβαδιών σπάει μόνο με το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού.

Η μονοτονία του μπλε της θάλασσας και του ουρανού σπάει μόνο με το χρώμα των ματιών σου.


Αρκεί να χει μια ιδέα Κόκκινο.




Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Κι η θάλασσα στο mute...


Αυτή η βραδυνή ώρα που δεν ακούγεται ούτε το κύμα της θάλασσας...

Αυτή η βραδυνή ώρα μετά την τελευταία γουλιά από το νιοστό μπουκαλάκι εμφιαλωμένου νερού.

Αυτή η βραδυνή ώρα που μισοβλέπουμε ξεκάθαρα το ίδιο τοπίο και μας φαίνεται κάθε φορά τόσο διαφορετικό...



Aυτή η βραδυνή ώρα που ψάχνουμε τα χνάρια της σαγιονάρας μας στην παραλία για να γυρίσουμε σπίτι...

Αυτή η βραδυνή ώρα που βαριόμαστε να βαριόμαστε...

Αυτή η βραδυνή ώρα...



Δε θα αλλάξεις ποτέ.. Μου το υπόσχεσαι? Αν αλλάξεις εσύ -ιδίως αυτή τη βραδυνή ώρα- θα αλλάξω πλανήτη... 

Και δε θέλω να αλλάξω πλανήτη γιατί τέλος πάντων ο πλανήτης μου είσαι εσύ και βαριέμαι να στα εξηγώ τώρα. Προτιμώ να σε χαζεύω...




Ευχαριστώ για τις φωτό Άλεξ...





Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Η αυλή μας


Μισαλλοδοξία.
Για τον Αριστερό, το Δεξιό, το Γαύρο, το Βάζελο, τον απέναντι, τον "δεν πιστεύει τα ίδια με μένα".

Βία.
Στο παιδί. Στη γυναίκα. Στο πρεζάκι. Στον αδύναμο. Στον οδηγό που μας προσπέρασε. Στον πλούσιο "που έχει κι εγώ δεν έχω". Στον φτωχό "γιατί εγώ έχω λεφτά και κάνω ό,τι γουστάρω".
Λεκτική. Με χέρια και μαχαίρια.

"Η πολλή δημοκρατία βλάπτει μερικές φορές"

Άρνηση της διαφορετικότητας. Το παιδί με το ροζ μαλλί, ο gay, η γκοθού...
"Μα καλά, τους αρέσει όπως είναι? Τι θέλουνε να δείξουνε, κομπλεξικά είναι? Μάνα πατέρα φίλους δεν έχουνε να τους πούνε τίποτα?"...

Καταπίεση

Ισχυρογνωμοσύνη

Σεξουαλική ανεπάρκεια

Οι άρρωστες πόρνες είναι υπεύθυνες για τις ασθένειες στο μυαλό και την ψυχή του κόσμου?

"Μας χρειάζεται βούρδουλας σαν λαός, δεν καταλαβαίνουμε αλλιώς"

Εκβιασμός.

"Κουφάλες έρχονται κρεμάλες"

Ρατσισμός.

Μίσος
Μίσος
Μίσος

Από πότε όλα αυτά έγιναν πολιτική ιδεολογία?

Αντί να σκοτώνουμε το φασισμό και το ζώο που όλοι έχουμε λίγο πολύ μέσα μας, κοιτάμε να το μεγαλώσουμε. Να το βάλουμε στη Βουλή, αύριο να το κάνουμε κυβέρνηση και μεθαύριο να κατακτήσουμε τον κόσμο. Μην τυχόν και προλάβει κάποια άλλη μάζα ζώων και το κάνει.

Η αυλή μας μπορεί να "καθαρίσει" κάποια στιγμή, αλλά ίσως αναγκαστούμε να περιορίσουμε τον προαυλισμό μας...







Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Σα να μας φέρνει το αεράκι...


- Ουφ... Μου βγήκε η γλώσσα... Ξέρετε...
- Παρακαλώ?
- ...Σε ακολουθώ εδώ και ώρα από τότε που φυγες απ'την παραλία... και... μάζεψα....
- Α!!??!!
- ...σου έπεφταν από τις τσέπες καθώς προχωρούσες... τα κοχύλια σου...
- Ωχ! Μα πώς?
- Περπατάς πολύ ελαφριά και ανέμελα και γρήγορα και...
- Αλήθεια είναι αυτό...
- Ορίστε, πάρτα.
- Σ'ευχαριστώ πολύ!
- Κι ένα επιπλέον, δώρο από μένα. Μαζεύω κι εγώ όποτε μπορώ. Σήμερα βρήκα μόνο αυτό. Φαίνεται τα μάζεψες όλα εσύ σήμερα...
- Άλλος στη θέση σου μπορεί να τα κρατούσε... Γιατί δεν τα κράτησες κι εσύ? Δεν ήταν ανάγκη... Και ήρθες και τρέχοντας...
- Μπα... οκ. Πες ότι με έφερε το αεράκι.:) Βιάζεσαι?
- ..εεε.. όχι ιδιαίτερα...
- Πάμε πίσω να μαζέψουμε κι άλλα?
- Μα είναι λίγο μακριά να ξαναγυρίσουμε...
- Δεν πειράζει, θα μας πάει το αεράκι.

Τα κοχύλια στο χαλίκι περιμένουν τα παιδιά...



Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Σήμα


Κάπου σε ένα ασανσέρ σε πήρε το μάτι μου. Ανέβαινε... Κατέβαινε... Δεν έχει σημασία.
Κι όταν σε πήρα μια μέρα τηλέφωνο, πάλι μέσα σ'ένα ασανσέρ ήσουνα κι άκουγα "Δε μπο.. να ..λήσω είμ........κούς?"
Κι εσύ εννοούσες: "Δε μπορώ να σου μιλήσω, είμαι στο ασανσέρ...με ακούς?"
Κι εγώ ήθελα να καταλαβαίνω: "Δε μπορώ να σε φιλήσω, είμαι κρυωμένη, περιμένεις να βγάλω τους φακούς?"
Κι όταν με πήρες προτού έρθεις στο ραντεβού, στο ασανσέρ ήσουνα ξανά. "Θα ..γήσ.. ..γο, ...ρα φεύ.. ... ... ..ίτι"
Κι εσύ εννοούσες: "Θα αργήσω λίγο, τώρα φεύγω απ'το σπίτι"
Κι εγώ ήθελα να καταλαβαίνω: "Ανυπομονώ να σε δω"
Κι όταν γύριζες σπίτι, πάλι απ'το ασανσέρ τηλεφωνούσες να μου πεις "Έφτ..., ..ίμ... κ..λά, καλ...χτα"

Ναι ναι... οκ, ξέρω τι ήθελες να πεις. Και ξέρεις τι ήθελα να καταλάβω.

Θα σου μιλήσω κι εγώ καμιά μέρα απ'το ασανσέρ και θα "ανέρχομαι και κατέρχομαι" σαν το Βέγγο και όταν είμαι στον 5ο θα σου λέω:

"Βαρέ... τα ..νσερ γενικώς. Θέλ.. ν.. σε... ... στο ...ς της ...ρας και να σου ...σω ..ο ..ντά"

Και θα μου λες: "Δε σε ακούω καλά :( Ξαναπάρε"

Και θα χω ξαναφτάσει στο ισόγειο και θα ξαναπαίρνω και θα σου λέω:

"Θα ανε..κα..νω ..χρι να ...εις... ... με ......."

Μέχρι να πεις -με απόλυτη ευκρίνεια επιτέλους- "Καλά καλά, κλείνω και έρχομαι από κει"

Καλό είναι πάντως να ανεβοκατεβαίνουμε με τις σκάλες.



Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Και δεν ξαναμιλάω γι'αυτό

Οι πιο δύσκολες εκλογές έρχονται σιγά σιγά. Ούτε πολιτικός, ούτε ιστορικός, ούτε οικονομολόγος είμαι. Έλληνας είμαι. Και αρχίζω και σας βαριέμαι ρε Έλληνες. Δε σας σιχαίνομαι, σας βαριέμαι.Γιατί η αρχαία σας ιστορία ήταν κινηματογραφικό αριστούργημα και η σύγχρονη είναι μια σαπουνόπερα του Φώσκολου ή ένα σήριαλ του Δαλιανίδη. Με προβλέψιμους πρωταγωνιστές, προβλέψιμη πλοκή και προβλέψιμες ατάκες.

Αυτές οι εκλογές είναι το κομβικό σημείο. Για να σωθεί ο τόπος χρειάζεται πρώτα να σωθεί η Αλήθεια. Και την Αλήθεια του ο καθένας μας την ξέρει αλλά δεν τη λέει. Αυτές οι εκλογές είναι η μεγάλη ευκαιρία να πάψουμε να 'μαστε μισοί μισοί. Το πρόβλημα δεν είναι το δίπολο ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, Μνημόνιο ή Αντι-Μνημόνιο. Το πρόβλημα είναι το δίπολο. Σκέτο. Ή θα πάψουμε μια για πάντα το δίπολο "Αριστερά-Δεξιά", "ΠΑΣΟΚ-ΝΔ", "Πλαστήρας ή Παπάγος", "Καζαντζίδης-Μπιθικώτσης", "Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός", "Χατζιδάκης-Θεοδωράκης"......και.......και....... ή θα φτιάξουμε ένα καινούργιο με καινούργιο τίτλο.

Αν πραγματικά αυτό θέλουμε, να ετεροκαθοριζόμαστε και να 'μαστε μια ζωή οι "από δω" κι οι "απέναντι" τότε πάω πάσο. Απλά θα σας βαρεθώ μια για πάντα. 




Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Μες στην ψυχή μου να κοιτάς


Πάντα ο πατέρας μου όταν έπαιζε κιθάρα στις παρέες, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τραγουδήσει αυτό...



Αργότερα, σκαλίζοντας τις βιντεοκασέτες των γονιών μου, πέφτω πάνω σε ένα γραμμένο αφιέρωμα της ΕΡΤ1 τότε, για το Δημήτρη Μητροπάνο. Στην αποθήκη μας υπάρχει ακόμα αυτή η (ασπρόμαυρη κασέτα) με Μητροπάνο να τραγουδά play back σε άτυπα βιντεοκλίπ. Είναι από τα ελάχιστα βίντεο που χάρηκα με την καρδιά μου όταν βρήκα στο Youtube.


Κι ήρθαν κι άλλα κι άλλα... Όσο μεγαλώναμε, ο Μητροπάνος τραγουδούσε νέα τραγούδια κι εμείς ακόμα δεν ξέραμε όλα τα παλιά... Τα λαδάδικα και το κουταλάκι. Τα δίδυμα φεγγάρια και οι καλαμιές. Σ'αναζητώ... Αλοίμονο.

Ο καθένας κρατάει κι αγαπά. Φυλάει και πορεύεται.

Εγώ κρατάω αυτά.




"...κι όταν δεν έχεις πού να πάς
μές στην ψυχή μου να κοιτάς...
"
Μόνο η φωνή σου μπορούσε να δώσει νόημα σ'αυτό το στίχο.


Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Και καλή τύχη...

- Γιαγιά... Τι σημαίνει "ανάσταση"?
- Ανάσταση παιδί μου είναι όταν ανασταίνεται κάποιος.
- Ναι ρε γιαγιά χαίρω πολύ. Δηλαδή τι?
- Είναι όταν κάποιος πεθαίνει και ξαναζωντανεύει!
- Γίνετ' αυτό???
- Ναι αμέ.. άμα πιστεύεις στο Θεό... Ο Χριστός έτσι αναστήθηκε.
...
- Πίστευε στο Θεό...? Κι ο θείος ο Ηλίας πίστευε στο Θεό και έχουνε περάσει 5 χρόνια και δεν έχει αναστηθεί ακόμα!
- Μην ανησυχείς πουλάκι. Όλοι όσοι πεθάνανε κι όλοι εμείς που θα πεθάνουμε θα αναστηθούμε μια μέρα. Τη Δευτέρα Παρουσία.
- Πότε είναι?
- Κανείς δεν ξέρει. Μόνο ο θεούλης.
...
- Και μετά? Δε θα ξαναπεθάνουμε?
- Όχι
- Και πόσω χρονών θα γίνουμε? Δε θα γεράσουμε?
- Δε θα μαστε όπως είμαστε τώρα.
- Και πώς θα μαστε?
- Δεν ξέρω. Πνεύματα θα μαστε, ξέρω γω?
- Τι πνεύματα μωρέ!!Φαντάσματα?
- Καλά πνεύματα θα μαστε, όχι κακά.
- Καλά πνεύματα? Αερικά?
- Α μπράβο, κάπως έτσι.
- Κι αν θέλω να σε φιλήσω πώς θα το κάνω?
- Οχούυυ! Μπούρδες λες παιδάκι μου!
- Γιαγιά άστο, δε θέλω να αναστηθώ. Καλύτερα να πεθάνω και να με θυμάσαι.




Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Ψεύδεστε?


Τετ-α-τετ.

Απέναντι, αντικρυστά, face to face, πώς το λένε...

Κοιτάζοντας τον άλλον κατάματα

αρπάζεις την πρόθεσή του.

Την παίρνεις και την κάνεις κομμάτια.

Αδυνατεί να σε κοροϊδέψει.

Σκύβει, τότε, το κεφάλι,

υγραίνοντας σκόπιμα τα μάτια.

Ντύνεται με ό,τι βρει,

θύτης και θύμα μαζί,

ήρωας και προδότης,

κύριος και αλήτης...

Η αλήθεια, όμως, υπάρχει έτσι κι αλλιώς.

Ψάχνει, δεν ψάχνεται...

Έρχεται αυτή να σε βρει.

Ύπουλα, εκεί που δεν το περιμένεις.

Δε χρειάζεται να την αναζητήσεις εναγωνίως.

Η αλήθεια πάει και χώνεται ανάμεσα στα βλέμματα...





Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Το φτερό του σπουργιτιού

Όχι..Όχι.. Δε θέλω το σπουργίτι. Δεν το θέλω ολόκληρο. Ένα μικρό φτερό του θέλω μόνο.

Να το χω στη χούφτα, και με το που ο αφέτης πυροβολήσει, να το αφήσω.

Να δω πού θα φτάσει. Κυρίως θέλω να δω πόσο θα αντέξει να το πηγαίνει ο κάθε άνεμος απο δω κι από κει... Υπάρχουν φτερά που θέλουν να ταξιδεύουν. Όπου φυσάει ο άνεμος. Έτσι κι αλλιώς, χωρίς τον άνεμο δε γίνεται να ταξιδέψουν για κάπου. Και βαριούνται αυτό το "χάμω" της αστικής ασφάλτου. Υπάρχουν και φτερά όμως που δε θέλουνε να πάνε πουθενά. Προτιμούν την -αστική- γη. Τους ενοχλεί ο αέρας. Μπορεί και να τον φοβούνται. Άσε εδώ στα σίγουρα, μη μας βγάλει σε κανά άκυρο μέρος...

Τα φτερά που θέλουν να φύγουν, συνήθως τα δυσκολεύει μια μύτη ενός παπουτσιού... μια τζαμαρία... ο προφυλακτήρας ενός αυτοκινήτου. Τα άλλα φτερά, τα βρίσκουν συνήθως κάτι τύποι και τα βάζουν στη χούφτα τους και τα αφήνουν στον "ενοχλητικό" άνεμο...

Όλα αυτά δεν τα έβγαλα απ'το μυαλό μου. Το φτερό ενός σπουργιτιού, έγινε πέννα και μου τα γραψε...


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Η Ρώμη δε χτίστηκε σε μια μέρα

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχετε παρακολουθήσει spaghetti westerns πέραν της τριλογίας των δολλαρίων του Sergio Leone. Σίγουρα δεν είναι το είδος που θα συγκινήσει μαζικά τα πλήθη -και δη τα γυναικεία. Άλλωστε οι γυναίκες είχαν πάντα δευτερεύοντα ρόλο σ'αυτές τις ταινίες (περαστικές μανάδες, καλόγριες, πόρνες...) όπου κι ο έρωτας ο ίδιος ήταν κατά τι παραμερισμένος. Όλοι όμως, ακούγοντας μια συγκεκριμένη μουσική φόρμα, φέρνετε στο μυαλό σας αυτά τα φιλμ που κάποτε γυρίζονταν στη γειτονική χώρα σωρηδόν.


Και είναι αυτές οι καταραμένες μελωδίες και ενορχηστρώσεις, όχι μόνο του Ennio Morricone, που έκαναν πολύ κόσμο να αγαπήσει τα spaghetti westerns και να πλάσει τη δική του φανταστική ιστορία στα σύνορα του Texas με το Mexico... Γιατί απαιτεί πολλή φαντασία -αλλά και εσωτερικό πόνο μερικές φορές- για να ταυτιστείς με το concept.



Έχει περάσει περίπου ένας χρόνος από την κυκλοφορία του "Rome" του Danger Mouse και του Danielle Luppi, με τις φωνές της Norah Jones και του Jack White. Αυτό το φιλόδοξο project, το soundtrack μιας ταινίας που δε γυρίστηκε ποτέ και που καλείται ο ακροατής να γράψει το σενάριο, να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος.
Γιατί γράφω τώρα γι αυτό? Γιατί μετά από ένα χρόνο -και έχοντάς το ακούσει εκατοντάδες φορές- είμαι πια βέβαιος ότι είναι ό,τι πιο ωραίο έχω ακούσει συνολικά σαν άλμπουμ τα τελευταία χρόνια. Σαν μια οντότητα όπου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις συγκεκριμένα τραγούδια, χιτάκια κλπ κλπ. Σαν ένα ΣΩΜΑ, που τα αυτιά σου πρέπει να το αγκαλιάσουν ολόκληρο.


Ναι, αγαπούσα και αγαπώ τα spaghetti westerns. Τον Clint Eastwood, τον Gian Maria Volonté, τις καυτές ερήμους, τα άσπρα μοναστήρια, τις δεκάδες παράπλευρες ηρωϊκές μορφές, τον ήχο των όπλων, τον τυχοδιωκτισμό και τη μπέσα των πρωταγωνιστών...

Και τούτος ο δίσκος, αυτή η συναισθηματική σουίτα, φτιάχτηκε για να χαλυβδώσει αυτή μου την αγάπη. Δεν είμαι κριτικός μουσικής (φτου φτου μακριά από δω). Είμαι ένας απλός ακροατής-θεατής.. και το δικό μου spaghetti western το χω γράψει και σκηνοθετήσει πολύ καιρό τώρα. Με υπομονή. Τη μουσική έψαχνα...




Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Στη λάσπη παιδιά...


Ήμασταν έτοιμοι να παρατούσαμε τις σπουδές στα καλύτερα κολλέγια. Να απαρνιόμασταν τα λεφτά του κτηματομεσίτη μπαμπά. Τις Κυριακές στην εκκλησία με τη χορωδία και τα βαρετά πικ-νικ που ακολουθούσαν. Τα ψώνια στην αγορά και τις βόλτες με τα ακριβά αυτοκίνητα.

Θα ανταλλάσσαμε τα πιο καλά φαγητά για λίγο ψωμί...

Βασικά...

Θα ανταλλάσσαμε τρεις και τέσσερις κι εφτά καλές ζωές των 80 ήρεμων και ατάραχων χρόνων
για τρεις μέρες κυλισμένοι στη λάσπη...




Μαζί με την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, να τραγουδάει τον Εθνικό μας ύμνο για την Ελευθερία. Όπως εμείς την ονομάζαμε Ελευθερία.

Το '70 δεν αργεί πολύ. Έρχεται η σειρά μας. Η εποχή μας...



Θα 'μαστε γεμάτοι λάσπη αλλά όλα έχουν μια ωραιότερη γεύση...

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Silvia

Η Silvia... Περιφέρεται μόνη στο σπίτι. Αργά βήματα, πάντα με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί
στο χέρι. Περιφέρεται μόνη στο σπίτι και κοιτάει της αφίσες της, τα βραβεία, τα εξώφυλλα.
Όλα κολλημένα στον τοίχο. Μειδιά. Δε χαμογελά. Έχει πάψει και να χαμογελάει και να
γελάει. Μόνο στα παλιά αυτά εξώφυλλα θα τη δείτε να χαμογελάει. Αλλά.. για μισό λεπτό...
ίσως χαμογελούν οι ρυτίδες της.. Ναι, αυτό είναι. Οι ρυτίδες της ποτέ δεν είπαν ψέμματα
για το πώς νιώθει. Είχαν τον τρόπο να ναι πιο εκφραστικές κι από τα ίδια της τα μαύρα
μάτια. Κάθε της ρυτίδα κι ένα χειροκρότημα. Κάθε της ρυτίδα κι ένας αστραφτερός έρωτας.
Κάθε της ρυτίδα κι ένας χωρισμός. Πιο πολύ πονούσε όταν αποχωριζόταν ένα ρόλο παρά
έναν άντρα...
Περιφέρεται μόνη στο σπίτι και δεν κάθεται ποτέ σε καρέκλα ή πολυθρόνα. Μόνο στην
άκρη της μαύρης τραπεζαρίας απέναντι από ένα τζάκι που συνήθως δεν ανάβει. Μετά
ξαπλώνει στο κρεβάτι. Ανάσκελα πάντα, για να κοιτάει στο ταβάνι την καλλιτεχνική ζωή της
ξανά και ξανά. Σαν μια ταινία που θα θελε πολύ να ξαναπαίξει. Περιφέρεται μόνη στο
σπίτι.. Περνάει δίπλα απ'το πιάνο και το χαϊδεύει χωρίς πια να το ανοίγει. Με ένα ποτήρι
κόκκινο κρασί στο χέρι.
Ντυμένη με τα πιο ακριβά -μαύρα- της φορέματα και το μαργαριταρένιο κολιέ. Φορώντας
παράλληλα το αγαπημένο της άρωμα. Περιμένει. Να ρθει αυτό το χέρι που τράβηξε το δικό
της από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Παρίσι. Να ρθει το ίδιο χέρι και να ανοίξει το πιάνο για να
παίξει την αγαπημένη της μελωδία. Να ρθει αυτή η αγκαλιά που άνοιξε το 1964 και έκλεισε
το '68. Να ρθει το φιλί της "μιας ανάσας" όπως το είπε, στον Υπερσιβηρικό το Νοέμβριο
του '81.
Περιφέρεται μόνη στο σπίτι με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι. Το μόνο χρωματιστό
πράγμα στη ζωή της πια, μέσα σε τόσα μαύρα, είναι το κόκκινο του κρασιού της.
Η Silvia... επιτέλους παίζει το ρόλο που πάντα ήθελε. Της μοναχικής, σκοτεινής και
θλιμμένης πριγκήπισσας. Χωρίς θεατές.


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Γεια

Κάποτε αυτή η φωτογραφία μιλούσε. Λουσμένη από μεσημεριανό φως, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Μιλούσε για ποδαρόδρομους στο βουνό. Για το φαινόμενο Doppler. Για την ταλάντωση. Για το φαράγγι της Σαμαριάς. Για τη σχέση "χέρι-μυαλό-χέρι" στα χειριστήρια των βιντεοπαιχνιδιών. Για τον αντιανεμικό αναπτήρα. Για τη Βραζιλία...

Κάποτε αυτή η φωτογραφία έπαιζε ακορντεόν. Τραγουδούσε το "Love without love" των Forminx. Aνέλυε τις φούγκες του Μάνου Λοϊζου. Ακουγόταν το ρυθμικό χτύπημα των ποδιών από τη συναυλία του Stan Getz στο Λυκαβηττό...

Με τον καιρό άρχισε να λέει ασυναρτησίες. Και τώρα πια δίπλα μου, είναι ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, ένα πουκάμισο κι ένα μουστάκι.



Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Βάφοντας τις μέρες


Παραμονές του Κόκκινου
μαζεύονται το Αίμα, το Κρασί και το Ηλιοβασίλεμα
και πλημμυρίζουν τα σπίτια των ανθρώπων
λέγοντας τα Κάλαντα
για τη Ζωή που κυλάει στις φλέβες μας
για τον Έρωτα που μας μεθάει
για την Επανάσταση που δύει...

Ανήμερα του Μπλε
ο Ουρανός κι η Θάλασσα γεννάνε επιτέλους τον Ορίζοντα
προτού τον προλάβει η ανήσυχη σφεντόνα των παιδιών.
Προτού τον κρύψουν οι ηλικιωμένοι στο κουρασμένο βλέμμα τους.

Τις μέρες του Πράσινου
βουτάμε στα δάση και τους αγρούς για να πιάσουμε το Σταυρό του μαρτυρίου
που κρύβεται στα πυκνά χορτάρια και τα φύλλα των δέντρων.
Όποιος τον βρει θα τον κρατήσει τρόπαιο
μέχρι να λιώσουν οι ώμοι του στο χώμα.

Παραμονές του Γκρίζου πάντα βρέχει,
γι αυτό τα χελιδόνια κουβαλάνε τον Επιτάφιο των ονείρων μας
πάνω απ'τα σύννεφα
μην τυχόν και πέσουν πάνω του ουράνια δάκρυα
και μπασταρδευτεί η θλίψη μας...

Το Λευκό και το Μαύρο
γιορτάζουν την ίδια μέρα.
Θυσιάζοντας ό,τι έμψυχο και άψυχο υπάρχει
πάνω σε εξηντατέσσερα τετράγωνα
μέχρι να μείνει στο τέλος
η Ελευθερία και ο Θάνατος.



Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Για μια μαργαρίτα

Για τότε λέω, που την είδα να βγαίνει στη σκηνή κρατώντας μια μαργαρίτα έτοιμη να τη χαρίσει. Το θέατρο γεμάτο, δεν έπεφτε καρφίτσα.
"Σιγά μην τη δώσει σε μένα... Εμείς των τελευταίων σειρών είμαστε... Άστα"

Κι όμως, δεν την έδωσε πουθενά. Την κράτησε σφιχτά καθ'όλη τη διάρκεια της παράστασης, τη φύλαξε στον κόρφο της και πήγε στα καμαρίνια. Με περίμενε να χτυπήσω, να μπω για να μου τη δώσει.

Μπήκα. Δε χρειάστηκε να συστηθούμε καν. Λες και γνωριζόμασταν αιώνες. Πήρε τη μαργαρίτα και με το άλλο χέρι άνοιξε την παλάμη μου. Κι εγώ τι της πήγα..? Ένα τραγούδι. Και πάνω που ήταν να της το πω, έκλεισε η φωνή μου...

Μια μαργαρίτα με αντάλλαγμα μια σιωπή. Προσπάθησα, φωνή δεν έβγαινε. Όπως στα όνειρα που χαλάς τον τόπο και "δεν ακούγεται τίποτα". Ντράπηκα. Άλλαξα 10 χρώματα, μαζί με το κίτρινο και το άσπρο της μαργαρίτας.

Τουλάχιστον κατάφερα να ψελλίσω "ευχαριστώ.."

Έφυγα με γρήγορο βήμα απ'το θέατρο. Έκατσα έξω απ΄το σπίτι μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Κι άρχισα να τραγουδάω με στεντώρια φωνή.



Κοίταζα την πόρτα μου και τραγουδούσα με όλη μου την ψυχή.

Ένιωσα ένα δάχτυλο να μου χτυπάει τον ώμο. Γύρισα.

"Ωραία τραγουδάς... Δεν πήγε τζάμπα η μαργαρίτα μου"


Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Χα!

Μην κάνεις τα γένια σου συρματόπλεγμα μόνο και μόνο για να φυλακίσεις ένα χαμόγελο. Δεν είναι προστασία αυτό άνθρωπέ μου. Φυλακή είναι. Άστο να καθρεφτίσει και την ομορφιά και την ασχήμια. Όλοι έχουν δικαίωμα να σταθούν μπροστά στο χαμόγελό σου και να κοιταχτούν. Θα ρθουν βέβαια κάποιοι που θα απλώσουν και χέρι. Θα στο χαϊδέψουν, θα στο σφραγίσουν, θα στο τσαλακώσουν, θα στο φιλήσουν... Δεν πειράζει. Άστο ελεύθερο.

Και θα δεις

Θα βγουν από μέσα πεταλούδες χωρίς προορισμό.

Θα βγουν ποτάμια που θα εκβάλλουν στις γωνιές που κρύβεται η Αγάπη.

Θα βγούνε σύννεφα με καβαλάρηδες που φοβούνται τα ύψη.

Θα βγούνε σπλάχνα και καρδιές του κάθε ερωτευμένου που τις έχασε...

Θα βγούνε βλέμματα για τα μικρά παιδιά που κρύβουν το πρόσωπο από αθώα ντροπή.

Θα βγούν λουλούδια για να στολιστούν οι τάφοι αυτών που ζουν αιώνια στη μνήμη...

Βγάλε το συρματόπλεγμα.