Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Χωρίς Ανάσα - # 3

Νοκ νοκ σου χτύπησα την πόρτα και αρνήθηκες να μου ανοίξεις λέγοντας πως οι πόρτες δεν κάνουν νοκ νοκ αλλά τοκ τοκ κι εγώ επέμενα στο νοκ νοκ αυξάνοντας τον τόνο της φωνής μου παράλληλα όμως επέμενες κι εσύ φωνάζοντας πως δεν υπάρχει περίπτωση να μου ανοίξεις αν δεν πω τοκ τοκ και τότε επιστράτευσα το τρομερό επιχείρημα ότι αν ήταν τοκ τοκ τότε ο Μπομπ Ντύλαν θα 'γραφε "Tocking on Heaven's Door" αλλά στην κατάστασή σου κανένα επιχείρημα λογικό ή παράλογο δε γινόταν να σε πείσει διότι φυσικά εγώ είμαι το αγύριστο κεφάλι το ξερό κεφάλι και ό,τι άλλο κεφάλι που τα φταίει όλα επειδή τόσο καιρό αν έβγαζα κλειδιά του σπιτιού σου να μπορώ να μπαίνω όποτε θέλω δε θα τσακωνόμασταν τόση ώρα πίσω από μια πόρτα ο καθένας και να σου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι σου που ούτε ξερό ούτε αγύριστο είναι και που δε φταίει σε τίποτα να με υποφέρει.
Πάμε σπίτι μου καλύτερα;


Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Χωρίς ανάσα - #2

Αναζητώ μια παραλία όχι πολύ μεγάλη μια σταλίτσα ας είναι που να 'χει καθαρά νερά ζεστά βότσαλα και σκιά από όχι πολύ ψηλά βράχια έτσι που να βολεύει για έναν απογευματινό ύπνο από αυτούς που ναι μεν είναι απόγευμα αλλά ξεχνάς τι ώρα είναι και κυρίως ξεχνάς πού βρίσκεσαι και δεν υπάρχει ένα χέρι να σε σκουντήξει να ξυπνήσεις γιατί και τα άλλα χέρια σαν κι εσένα κοιμούνται και δε θέλουν να τα ξυπνήσουν άλλα χέρια και συνειδητοποιείς τελικά ότι είστε πολλοί σ'αυτή την έρημη κατά τ' άλλα παραλία που είναι μια σταλίτσα κι έχετε έρθει όλοι για να σας νανουρίσει το κύμα παρά για να κάνετε μπάνιο αλλά δε θα δώσετε και λογαριασμό για το τι ήρθατε να κάνετε αρκεί που χαζεύεις τη θάλασσα για ώρες πριν ξαπλώσεις και ηρεμεί η ψυχή σου από το συνεχές ντάπα ντούπα που δεν ξέρεις αν είναι της πόλης ή της καρδιάς σου αλλά θες να σταματήσει επιτέλους.
Θα 'ρθεις;


Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Χωρίς ανάσα - #1

Εδώ και λίγο καιρό θέλω να σου πω ότι θα 'θελα αν θα 'θελες κι εσύ δηλαδή να βγούμε ραντεβού και να σε περιμένω την τάδε ώρα εκεί για να μη με στήσεις ενώ εγώ θα νομίζω ότι δεν είσαι ποτέ συνεπής στα ραντεβού σου κι ότι πάλι θα μου τύχει να με στήσει κάποιος σε ραντεβού αλλά είναι που δε μ' αρέσουν πολύ και οι εκπλήξεις διότι όπως καταλαβαίνεις θα είναι μεγάλη έκπληξη να έρθεις στην ώρα σου ακόμα κι αν θα νομίζω ότι δεν είσαι ποτέ συνεπής επειδή είμαι λίγο γκαντέμης μ'αυτό και βασικά δεν είναι η αργοπορία ρε παιδί μου είναι που δεν έρχονται τελικά...
Κατάλαβες;


Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Λίγο ακόμα

Είναι σκληρός μήνας ο Απρίλης. Μάλλον, όχι, όχι σκληρός - θα του προσέδιδε ένα κάποιο κύρος και δεν το αξίζει.

Ο Απρίλης είναι τσόντα, δεν είναι μήνας. Είναι αυτή η αίθουσα αναμονής όπου σε καθίζουν με το ζόρι και σου λένε "θα έρθουμε σε λίγο" και έρχονται σε πολύ. Κάθεσαι με τις ώρες και περιμένεις κοιτώντας από διπλά τζάμια ανθρώπους να συνεννοούνται και τίποτα να μη λένε, γιατί δεν έχουν τι να πουν κατά βάση, όλα τείνουν στο "να τελειώνουμε.

Ο Απρίλης είναι κρυφτό, δεν είναι μήνας. Είναι το "βγαίνω-δε βγαίνω" του ποδιού στο κατώφλι και το "μπαίνω-δε μπαίνω" του ίδιου ποδιού στη θάλασσα.

Όχι, φίλε. Ο Απρίλης δεν είναι σκληρός. Σκληρός είναι ο Μάρτης. Ούτε όμορφος είναι. Όμορφος είναι ο Μάης. Ο Απρίλης είναι αυτό το τίποτα ανάμεσά τους, που η ζήλεια το κάνει να θέλει να μοιάσει και στους δύο και τελικά να μη μπορεί να μοιάσει σε κανέναν απ' τους δύο.

Ο Απρίλης δεν υπάρχει παρά μόνο στους φόβους μας.

Πώς να υπάρξει έτσι κι αλλιώς, όταν αρχίζει με την Πρωταπριλιά και τελειώνει με την Ανάσταση;...

Στο ενδιάμεσο, βγαίνουμε-δε βγαίνουμε από την αίθουσα αναμονής.

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Όταν βγάζεις τα χέρια απ' τις τσέπες

Θυμάσαι πόσο απαξιωτικά μιλούσες για τις αγκαλιές που κουμπώνουν τέλεια;

Καθισμένη σε μια καρέκλα, ισορροπώντας στα πίσω πόδια της και με τα χέρια στις τσέπες, κοιτούσες το ταβάνι (ή τον ουρανό, δεν ξέρω, πάντως κάτι που ήταν ψηλότερα από μας, εμάς ποτέ δεν καταδεχόσουν να μας κοιτάξεις στα μάτια) και αναρρωτιώσουν σαν 10χρονο κοριτσάκι που κάνει κούνια. 

"Και τι είναι οι αγκαλιές για να εφαρμόζουν τέλεια; Ρούχα αφόρετα; Ή συναρμολογούμενα έπιπλα του ΙΚΕΑ; Και τι θα πει τέλεια; Πώς ορίζεται το τέλεια; Μαλακίες!"

Δαγκώναμε τα χείλια μας, αλλά η οργή ξέφευγε απ'τα ρουθούνια και θέλαμε να σου δώσουμε μια σπρωξιά να φύγεις μαζί με την καρέκλα και τα πισινά και τα μπροστινά της πόδια και να δεις καλύτερα το ταβάνι, φάτσα κάρτα, να σου εξηγήσει για τις αγκαλιές που κουμπώνουν τέλεια.

Κι εμείς το ταβάνι κοιτάζαμε νύχτες αξημέρωτες να μας εξηγήσει το ίδιο πράγμα, με διαφορετικά λόγια κάθε φορά, γιατί πονέσαμε τόσο απ'το "ξεκούμπωμα" και καμιά θεραπευτική αγωγή δεν έφερνε αποτέλεσμα, μόνο ο διάλογος με το ταβάνι.

Εσύ αμετανόητη. Βέβαια, με τα χέρια στις τσέπες δεν ένιωσε κανείς τίποτα. Άσε που έρχονται και στιγμές που το ταβάνι θα 'ρθει να σε πλακώσει και θα του μιλήσεις θες δε θες...

Τα χρόνια πέρασαν -κατά πώς λέει και το κλισέ- πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι περιμέναμε. Χαθήκαμε συντονισμένα, γιατί πιστεύαμε -ακόμα τότε- στα άμπρα κατάμπρα και στις λογιών λογιών μαγείες. Πιστεύαμε και ότι θα ξανασυναντηθούμε, ανεξάρτητα αν το θέλαμε.

Σε πέτυχα σ' ένα μπαρ, πίσω από ένα άδειο ποτήρι, το νούμερο 5 θα 'ταν, έβαζα και στοίχημα. Είχες τα χέρια απλωμένα στο γύψο και κολλάρο στο λαιμό. Δε μπορούσες ούτε να στρίψεις, ούτε να κοιτάξεις ψηλά . Μπήκα μέσα από τη μπάρα, μόνο και μόνο για να κοιταχτούμε στα μάτια, τώρα που δε μπορούσες να το αποφύγεις. 

Δεν κύλησε δάκρυ - τελικά δεν ξέρω τι πονάει περισσότερο, τα δάκρυα που δεν κύλησαν ή οι τέλειες αγκαλιές που ξεκούμπωσαν.

Μόνο ψέλλισες:
- Γιατί δε με σπρώξατε ποτέ;

Σ' αγκάλιασα και χαλάλι το ξεκούμπωμα.


Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Εραστής της στιγμής

Δεν ξέρω αν είναι ποίηση, πίνακας ζωγραφικής, μελωδία ή οτιδήποτε άλλο τέτοιο και τελοσπάντων έχω βαρεθεί τις παρομοιώσεις, γιατί το ποδόσφαιρο είναι αυτό που είναι χωρίς δεύτερα και τρίτα νοήματα και αναλύσεις.

Και στα λέω μπερδεμένα επειδή είμαι μπερδεμένος - χρόνια τώρα. Γιατί αγαπώ παράφορα το "ομαδικό ποδόσφαιρο", το συλλογικό ρε παιδί μου, που είναι όλοι μια κοινή αναπνοή, παίζουν δεν παίζουν καλά. Είτε είναι η Σοβιετική Ένωση του '86 και η Μπαρτσελόνα του Γκουαρντιόλα, είτε η Ελλάδα του 2004 και η Λίβερπουλ στην Κωνσταντινούπολη. Είτε είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή που βρίσκεται με κλειστά μάτια στο γήπεδο, είτε 11 κατσαπλιάδες που δίνουν και οι 11 την ψυχή τους για την πραγματοποίηση του ονείρου.

Όσο κι αν αγαπώ όμως τη συλλογικότητα και την αποθέωσή της στο άθλημα, έρχονται στιγμές που την απατώ, για τα μάτια μια στιγμής. Μια στιγμής, που την προσφέρει πάντα ο ένας. Ο μοναδικός. Αυτός που κάνει τη διαφορά. Αυτός που είναι προορισμένος για να προσφέρει αυτή τη στιγμή.

Μπορεί να είναι ο αδύναμος κρίκος 89 λεπτά, μπορεί να είναι κι ο ηγέτης.
Μπορεί να είναι η κινητήρια δύναμη για τους υπόλοιπους 10, μπορεί να είναι και το βαρίδι.

Κι όσο είναι αδύναμος κρίκος και βαρίδι, αγαπάς την ομαδικότητα και την κοινή αναπνοή.
Αλλά έρχεται η πουτάνα η στιγμή και σου κλείνει παράνομο ραντεβού για δευτερόλεπτα και συνειδητοποιείς ότι αυτός είναι ο έρωτας.

Γιατί στο τέλος, η στιγμή θα μείνει.

Η στιγμή που ο Αντρέα Πίρλο στέλνει τηλεκατευθυνόμενα τη μπάλα με φάουλ στο γάμα.

Είναι παλαιάς κοπής ποδοσφαιριστής. Απ' αυτούς που παίρνουν το "χρίσμα" χωρίς να το καταλάβει κανείς, όπως όταν σου δίνουν τα λόγια του ξεματιάσματος τη Μεγάλη Παρασκευή. Κι επειδή είναι παλαιάς κοπής, είναι απ' αυτούς τους προορισμένους για τη στιγμή.

Κι όσο κι αν θέλω να κοροϊδεύομαι με τα total football, είμαι κι εγώ παλαιάς κοπής εραστής του ποδοσφαίρου.


Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Συναισθημoticon

- Τώρα που ανοίγει ο καιρός να βγαίνουμε περισσότερο.
- Άνοιγμα παρένθεσης, λατινικό ύψιλον, κλείσιμο παρένθεσης.
- Να περπατάμε.
- Άνω κάτω τελεία, κλείσιμο παρένθεσης.
- Να αρχίσεις να βάζεις και τα φορέματά σου τα ανοιξιάτικα που σου πάνε.
- Ελληνικό ερωτηματικό, κλείσιμο παρένθεσης.
- Και να τρώμε παγωτό στο δρόμο, αν και πάντα γίνεσαι χάλια...
- Άνω κάτω τελεία, λατινικό ντι.
- Να παίρνουμε και τα ποδήλατά μας.
- Άνω κάτω τελεία, αστερίσκος.
- Μ' αγαπάς ρε καθόλου;
- Μικρότερο του τρία.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Πέντε και

Κάτι τέτοιες βροχερές μέρες είναι που δεν αφήνω το ρημάδι το μυαλό να κουλουριαστεί και να χωθεί σε ντουλάπια, σκεπάσματα και σκοτεινές γωνίες. Το κρατάω με το ζόρι στα κατώφλια μη μου χαθεί και μετά δε συμμαζεύεται.

Κάτι τέτοιες μέρες το χρειάζομαι, τώρα που είναι ακόμα ακμαίο κι έχει μέταλλο αιχμηρό, να μου ξεκλειδώνει τ' αγαπημένα μου παράθυρα και να κλειδώνει τα "πέρα δωμάτια" που φοβάμαι να μπω.

Κάτι τέτοιες μέρες βροχερές είναι που το νερό μου ανοίγει την όρεξη γι' ακόμα περισσότερο νερό. Για θάλασσες νερό.

Πεθύμησα ένα συννεφιασμένο αυγουστιάτικο μεσημεροαπόγευμα στη Μάνη. Στη Μάνη, όπου οι Αύγουστοι λιώνουν και τα λιθάρια. Πεθύμησα αυτή την ώρα - πέντε και - να 'χει προλάβει να κρυφτεί ο ήλιος πριν να βασιλέψει. Λίγα σύννεφα, ίσα να σε κοροϊδεύουν ότι έρχεται μπουρινάκι, που δεν έρχεται ποτέ. Μόνον η προσμονή του σου αφήνει την αίσθηση της ήσυχης κουφόβρασης.

Η ωραιότερη ώρα.

Κι ύστερα τάβλι. Κλειστό. Και ντάκα ντούκα τα χέρια επάνω. Όχι τα πούλια.
Καφές στις οχτώ. Παραγοντικός.
Κι αύριο πάλι σαράντα θα χει το γαμημένο, μην ξυπνήσουμε στις δώδεκα πάλι - τόσες φορές τα ίδια, στη μία θα ξυπνήσουμε έτσι κι αλλιώς.

Ας έχει όσο θέλει, στις δώδεκα, στη μία, στις τρεις... Ας έχει και σαραντατέσσερις.
Λιγάκι συννεφιά μπορεί να 'χει στις πέντε και;



Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

The old folks don't talk much

Οι ρίζες του δέντρου που κρατάει την κούνια μας, 

είναι τόσο βαθιές που μπορεί και να περνούν τα σύνορα.

Άμα σε σπρώξω μ' όλη μου τη δύναμη,

υποσχέσου μου ότι θα βρεθείς τόσο μπροστά

- όπου φτάνει το μάτι -

για να δεις πώς θα ζούμε σε μερικά χρόνια.

Μην το φοβάσαι το δέντρο, ούτε τα σκοινιά.

Αυτούς που σε σπρώχνουν να φοβάσαι.



Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Και άλλα τέτοια αισιόδοξα

Κάποιοι βάψανε τον απέναντι τοίχο γαλάζιο

και νομίσανε θα μας κοροϊδέψουνε ότι

- τάχα μου -

είναι ουρανός

- και ορίζοντας και θάλασσα και άλλα τέτοια αισιόδοξα.

Αφήστε...

Ξέρουμε πού να χτυπήσουμε τα κεφάλια μας,

όταν έρθει η ώρα να μετανιώσουμε

που δε φχαριστηθήκαμε τον ουρανό.


Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Κατά τ' άλλα μια χαρά επικοινωνούμε

Όλα αυτά τα σημειώματα που σου άφηνα κάτω από την πόρτα

κι εσύ τα πέταγες στη λεκάνη της τουαλέτας χωρίς να τα διαβάζεις,

έγραφαν το ίδιο πράγμα.

 Διακόσια τόσα σημειώματα με την ίδια φράση.

"Καμιά Κυριακή δεν είναι μελαγχολικότερη απ' οποιαδήποτε άλλη"






Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Σε βλέπω, ακόμα, στο ποτήρι μου

"Είσαι υπερβολικά δοτική", της είπε κάποιος. "Είν' ανυπόφορο αυτό!"

"Με πνίγεις", "Δεν αντέχω να αισθάνομαι ότι έχω απέναντί μου μια σκλάβα".

Κι εκείνη, που ξόδεψε τόνους μελάνι για να γράφει αυτά που νιώθει, δεν είχε τη δύναμη να βάλει μια σταλιά για την τελεία. 

Νύχτα είναι, σου λέει, θα περάσει. 

"Τόσες και τόσες νύχτες μια χαρά δεν περάσανε; Πάθαμε τίποτα; Τι; Επειδή το σώμα δεν ισιώνει ούτε ξάπλα; Σιγά... Ή μήπως είναι τόσο τραγικό που έχω σπάσει όλα τα ποτήρια με τα ίδια μου τα χέρια όταν αδειάζουν από τα ποτά; Ποτήρια είναι, γυαλιά. Εγώ θα φύγω, αυτά θα μείνουν... Δάκρυα;... Δηλαδή; Τι; Ποιος δεν κλαίει; Κάποιοι κλαίμε λίγο παραπάνω. Δυο-τρεις-πέντε-δέκα ώρες παραπάνω, μέχρι να στεγνώσουνε οι απλωμένες οι φλέβες μας στο μπαλκόνι ή να τζαμώσουν τα μάτια μας. Σιγά... 
Ευκολοκατάπιοτες είναι κι οι προσβολές και οι πίκρες και τα δηλητήρια και η τσαλακωμένη αξιοπρέπεια στη γωνιά παρέα με τις κατσαρίδες και τα άλουστα μαλλιά που σκουπίζουν τα πατώματα και τα κλάματα -τα είπα τα κλάματα; α... όχι δάκρυα είπα... ναι, δεν είναι το ίδιο- και οι αϋπνίες που θες να κοιμηθείς για να ξεφύγεις από την πραγματικότητα αλλά που δεν κοιμάσαι. 
Και πήγε τρεις και μισή και δεν έχω να πιω."

Μια γαμημένη τελεία είναι κοπέλα μου. 
(μην τη βάζεις, σε καταλαβαίνω)

ΥΓ: Τζένη Βάνου, είχες μεγάλο ειδικό βάρος για να 'σαι "ελαφριά".

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Εγκυκλοπαιδική Καταδίωξη II. Αnother short movie.

- Υπάρχεις γιατί υπάρχω.
- Λάθος. Υπάρχω γιατί υπάρχεις.
- Δε βλέπω διαφορά...
- Είσαι πεζός.
- Είμαι πεζός.


- Δεν έχουμε ξεφύγει ακόμα.
- Φοβάσαι;
- Όχι. Απλά το επισημαίνω.
- Άρα φοβάσαι.
- Όχι σου είπα.
- Επιμένεις.
- Επιμένω γιατί επιμένεις.
- Λάθος. Επιμένεις γιατί επιμένω.
- Δε βλέπω διαφορά.
- Είσαι χαζή.
- Είμαι χαζή.


- Φτάσαμε;
- Πού;
- Δεν ξέρω.
- Όχι ακόμα.
- Κοντεύουμε;
- Πάντα.


- Είσαι άυπνη.
- Είμαι άυπνη.
- Φοβάσαι.
- Είσαι παρανοϊκός.
- Είμαι πεζός.


- Και μετά τι;
- Έχεις άγχος.
- Έχω άγχος.
- Είσαι χαζή.
- Μη μου εξηγείς.
- Δε σου εξηγώ.
- Υπάρχουμε γιατί υπάρχουν.
- Λάθος. Υπάρχουν γιατί υπάρχουμε.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Να ξανάρθεις ρε ένα βράδυ

Εκείνο το σκοτεινό και κρύο Ιανουάριο -μπορεί να ήταν και λανθάνων Μάρτης- ένα μαύρο παλτό περιέφερε το κάτωχρο και αποστεωμένο κορμί μου σε οικοδομικά τετράγωνα αμφιβόλου ρυμοτομικής ποιότητας, ερωτευμένο παράφορα με ένα ανεμοβρόχι που όμοιό του δεν είμαι σίγουρος ότι θα ξανασυναντήσω. Ένα ασπρόμαυρο πιόνι, με μια ιδέα κόκκινο βαθιά χωμένο στα μάτια -ίσα να ψιθυρίζει ότι υπάρχει- υποκινούμενο από τις δυνάμεις της φύσης, που ήταν ουσιαστικά μία δύναμη ενιαία και αδιαίρετη.

Κλείστηκα ένα βράδυ σ' έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Εκεί αποφάσισε το παλτό, εκεί έδωσε ραντεβού το ανεμοβρόχι. Κι εγώ τιμωρία, να γράψω 100 φορές τη λέξη "λυσσομανάω" όταν πάω σπίτι. Δεν είχα καν την ψευδαίσθηση ότι πετούσα, ότι είμαι σουπερήρωας.

(Κανονικά θα έπρεπε να θυμάμαι τα πάντα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες,
αλλά θα ήταν άχρηστη πληροφορία)

Το παλτό μου δεν είχε ποτέ ψιλά. Μόνο μικρά ανεμοβρόχινα φιλιά από τα φευγαλέα ραντεβού.

Δυο Σεντς. Ένα τηλεφώνημα.

Στα λίγα δευτερόλεπτα που κατάφερα να ορίσω τον εαυτό μου, σου είπα

"Μη φοβάσαι, έχουμε ο ένας τον άλλον"

Έκλεισα.

Ήθελα να πω "Φοβάμαι, έχω μόνο εσένα", αλλά δεν είχα παραπάνω σεντς...

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Astrud

Σου ραγίζει τις αναμνήσεις· μ'ένα χάδι φευγαλέο.

Κι ύστερα σου ξύνει τις πιο βαθιές πληγές 

μ' ένα φύσημα που μυρίζει θάλασσα

- μπορεί και ρούμι.

Μαζεύει υπομονετικά

σταγόνα σταγόνα

κάθε δάκρυ απ'τις περασμένες σας ζωές

και το θάβει μαζί με τα μαργαριτάρια στο βυθό.

Σειρήνα· ξεμακραίνει σε κάθε φωνήεν

τόσο -όσο, αυτό το λίγο όσο- 

που να μην είναι κάλεσμα,

αλλά αντίο.






Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Μεταξουργείο 2014 - #1

Χτες είδα στο όνειρό μου

ότι ήμουν ένα πακέτο τσιγάρα.

Μια κασετίνα.

Σκληρή, να μην εφαρμόζει σε τσέπες πουκαμίσων,

ούτε σε κωλότσεπες παντελονιών.

Με άφησες στο κομοδίνο.

Άνοιξα το πρωί να με δει ο ήλιος.

Έμεινα ανοιχτά ώσπου να νυχτώσει·υπερωρία.

Έμεινα ανοιχτά όλη τη νύχτα.

Διανυκτερεύουσα κασετίνα.

Ανοιχτή διαρκώς·

να παίζω γρατζουνισμένους Τσετ Μπέικερ

μέσα στα ντουμάνια.

Κι ύστερα με λιώσανε οι στίχοι,

Με μαλακώσανε

τόσο όσο χρειάζεται·

ίσα να εφαρμόζω στη μικρή σου τσέπη.