Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Όταν βγάζεις τα χέρια απ' τις τσέπες

Θυμάσαι πόσο απαξιωτικά μιλούσες για τις αγκαλιές που κουμπώνουν τέλεια;

Καθισμένη σε μια καρέκλα, ισορροπώντας στα πίσω πόδια της και με τα χέρια στις τσέπες, κοιτούσες το ταβάνι (ή τον ουρανό, δεν ξέρω, πάντως κάτι που ήταν ψηλότερα από μας, εμάς ποτέ δεν καταδεχόσουν να μας κοιτάξεις στα μάτια) και αναρρωτιώσουν σαν 10χρονο κοριτσάκι που κάνει κούνια. 

"Και τι είναι οι αγκαλιές για να εφαρμόζουν τέλεια; Ρούχα αφόρετα; Ή συναρμολογούμενα έπιπλα του ΙΚΕΑ; Και τι θα πει τέλεια; Πώς ορίζεται το τέλεια; Μαλακίες!"

Δαγκώναμε τα χείλια μας, αλλά η οργή ξέφευγε απ'τα ρουθούνια και θέλαμε να σου δώσουμε μια σπρωξιά να φύγεις μαζί με την καρέκλα και τα πισινά και τα μπροστινά της πόδια και να δεις καλύτερα το ταβάνι, φάτσα κάρτα, να σου εξηγήσει για τις αγκαλιές που κουμπώνουν τέλεια.

Κι εμείς το ταβάνι κοιτάζαμε νύχτες αξημέρωτες να μας εξηγήσει το ίδιο πράγμα, με διαφορετικά λόγια κάθε φορά, γιατί πονέσαμε τόσο απ'το "ξεκούμπωμα" και καμιά θεραπευτική αγωγή δεν έφερνε αποτέλεσμα, μόνο ο διάλογος με το ταβάνι.

Εσύ αμετανόητη. Βέβαια, με τα χέρια στις τσέπες δεν ένιωσε κανείς τίποτα. Άσε που έρχονται και στιγμές που το ταβάνι θα 'ρθει να σε πλακώσει και θα του μιλήσεις θες δε θες...

Τα χρόνια πέρασαν -κατά πώς λέει και το κλισέ- πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι περιμέναμε. Χαθήκαμε συντονισμένα, γιατί πιστεύαμε -ακόμα τότε- στα άμπρα κατάμπρα και στις λογιών λογιών μαγείες. Πιστεύαμε και ότι θα ξανασυναντηθούμε, ανεξάρτητα αν το θέλαμε.

Σε πέτυχα σ' ένα μπαρ, πίσω από ένα άδειο ποτήρι, το νούμερο 5 θα 'ταν, έβαζα και στοίχημα. Είχες τα χέρια απλωμένα στο γύψο και κολλάρο στο λαιμό. Δε μπορούσες ούτε να στρίψεις, ούτε να κοιτάξεις ψηλά . Μπήκα μέσα από τη μπάρα, μόνο και μόνο για να κοιταχτούμε στα μάτια, τώρα που δε μπορούσες να το αποφύγεις. 

Δεν κύλησε δάκρυ - τελικά δεν ξέρω τι πονάει περισσότερο, τα δάκρυα που δεν κύλησαν ή οι τέλειες αγκαλιές που ξεκούμπωσαν.

Μόνο ψέλλισες:
- Γιατί δε με σπρώξατε ποτέ;

Σ' αγκάλιασα και χαλάλι το ξεκούμπωμα.


Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Εραστής της στιγμής

Δεν ξέρω αν είναι ποίηση, πίνακας ζωγραφικής, μελωδία ή οτιδήποτε άλλο τέτοιο και τελοσπάντων έχω βαρεθεί τις παρομοιώσεις, γιατί το ποδόσφαιρο είναι αυτό που είναι χωρίς δεύτερα και τρίτα νοήματα και αναλύσεις.

Και στα λέω μπερδεμένα επειδή είμαι μπερδεμένος - χρόνια τώρα. Γιατί αγαπώ παράφορα το "ομαδικό ποδόσφαιρο", το συλλογικό ρε παιδί μου, που είναι όλοι μια κοινή αναπνοή, παίζουν δεν παίζουν καλά. Είτε είναι η Σοβιετική Ένωση του '86 και η Μπαρτσελόνα του Γκουαρντιόλα, είτε η Ελλάδα του 2004 και η Λίβερπουλ στην Κωνσταντινούπολη. Είτε είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή που βρίσκεται με κλειστά μάτια στο γήπεδο, είτε 11 κατσαπλιάδες που δίνουν και οι 11 την ψυχή τους για την πραγματοποίηση του ονείρου.

Όσο κι αν αγαπώ όμως τη συλλογικότητα και την αποθέωσή της στο άθλημα, έρχονται στιγμές που την απατώ, για τα μάτια μια στιγμής. Μια στιγμής, που την προσφέρει πάντα ο ένας. Ο μοναδικός. Αυτός που κάνει τη διαφορά. Αυτός που είναι προορισμένος για να προσφέρει αυτή τη στιγμή.

Μπορεί να είναι ο αδύναμος κρίκος 89 λεπτά, μπορεί να είναι κι ο ηγέτης.
Μπορεί να είναι η κινητήρια δύναμη για τους υπόλοιπους 10, μπορεί να είναι και το βαρίδι.

Κι όσο είναι αδύναμος κρίκος και βαρίδι, αγαπάς την ομαδικότητα και την κοινή αναπνοή.
Αλλά έρχεται η πουτάνα η στιγμή και σου κλείνει παράνομο ραντεβού για δευτερόλεπτα και συνειδητοποιείς ότι αυτός είναι ο έρωτας.

Γιατί στο τέλος, η στιγμή θα μείνει.

Η στιγμή που ο Αντρέα Πίρλο στέλνει τηλεκατευθυνόμενα τη μπάλα με φάουλ στο γάμα.

Είναι παλαιάς κοπής ποδοσφαιριστής. Απ' αυτούς που παίρνουν το "χρίσμα" χωρίς να το καταλάβει κανείς, όπως όταν σου δίνουν τα λόγια του ξεματιάσματος τη Μεγάλη Παρασκευή. Κι επειδή είναι παλαιάς κοπής, είναι απ' αυτούς τους προορισμένους για τη στιγμή.

Κι όσο κι αν θέλω να κοροϊδεύομαι με τα total football, είμαι κι εγώ παλαιάς κοπής εραστής του ποδοσφαίρου.


Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Συναισθημoticon

- Τώρα που ανοίγει ο καιρός να βγαίνουμε περισσότερο.
- Άνοιγμα παρένθεσης, λατινικό ύψιλον, κλείσιμο παρένθεσης.
- Να περπατάμε.
- Άνω κάτω τελεία, κλείσιμο παρένθεσης.
- Να αρχίσεις να βάζεις και τα φορέματά σου τα ανοιξιάτικα που σου πάνε.
- Ελληνικό ερωτηματικό, κλείσιμο παρένθεσης.
- Και να τρώμε παγωτό στο δρόμο, αν και πάντα γίνεσαι χάλια...
- Άνω κάτω τελεία, λατινικό ντι.
- Να παίρνουμε και τα ποδήλατά μας.
- Άνω κάτω τελεία, αστερίσκος.
- Μ' αγαπάς ρε καθόλου;
- Μικρότερο του τρία.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Πέντε και

Κάτι τέτοιες βροχερές μέρες είναι που δεν αφήνω το ρημάδι το μυαλό να κουλουριαστεί και να χωθεί σε ντουλάπια, σκεπάσματα και σκοτεινές γωνίες. Το κρατάω με το ζόρι στα κατώφλια μη μου χαθεί και μετά δε συμμαζεύεται.

Κάτι τέτοιες μέρες το χρειάζομαι, τώρα που είναι ακόμα ακμαίο κι έχει μέταλλο αιχμηρό, να μου ξεκλειδώνει τ' αγαπημένα μου παράθυρα και να κλειδώνει τα "πέρα δωμάτια" που φοβάμαι να μπω.

Κάτι τέτοιες μέρες βροχερές είναι που το νερό μου ανοίγει την όρεξη γι' ακόμα περισσότερο νερό. Για θάλασσες νερό.

Πεθύμησα ένα συννεφιασμένο αυγουστιάτικο μεσημεροαπόγευμα στη Μάνη. Στη Μάνη, όπου οι Αύγουστοι λιώνουν και τα λιθάρια. Πεθύμησα αυτή την ώρα - πέντε και - να 'χει προλάβει να κρυφτεί ο ήλιος πριν να βασιλέψει. Λίγα σύννεφα, ίσα να σε κοροϊδεύουν ότι έρχεται μπουρινάκι, που δεν έρχεται ποτέ. Μόνον η προσμονή του σου αφήνει την αίσθηση της ήσυχης κουφόβρασης.

Η ωραιότερη ώρα.

Κι ύστερα τάβλι. Κλειστό. Και ντάκα ντούκα τα χέρια επάνω. Όχι τα πούλια.
Καφές στις οχτώ. Παραγοντικός.
Κι αύριο πάλι σαράντα θα χει το γαμημένο, μην ξυπνήσουμε στις δώδεκα πάλι - τόσες φορές τα ίδια, στη μία θα ξυπνήσουμε έτσι κι αλλιώς.

Ας έχει όσο θέλει, στις δώδεκα, στη μία, στις τρεις... Ας έχει και σαραντατέσσερις.
Λιγάκι συννεφιά μπορεί να 'χει στις πέντε και;