Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Les yeux noirs


Black skirt...

Black Black Black skirt...

Black shirt...

Black Black Black shirt...

Black glasses...

Black Black Black glasses...

Black hair...

Black Black Black hair...

Black eyes...

Black Black Black eyes...

But all of them. Together. So bright....



Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Αγάπη (του Μίκαελ Χάνεκε)

Σπάνια θα γράψω για μια ταινία. Δε μετράει αν είναι "καλή ή κακή". Δεν έχει σημασία αν είναι αριστούργημα. Αρκεί να με αφήσει ακούνητο και αμίλητο αφού τελειώσει.

Η ταινία 'Αγάπη' του Μίκαελ Χάνεκε ξεκινάει από το τέλος. Η γηραιά κυρία Αν (Εμανουέλ Ριβά) κείτεται "ενταφιασμένη" ουσιαστικά στο υπνοδωμάτιό της, με το καλό της φόρεμα και λουλούδια γύρω της. Είχε φροντίσει γι αυτό ο Ζορζ (Ζαν Λουί Τρεντινιάν), ο σύζυγός της, σύντροφος για μια ολόκληρη ζωή.
Ξέρουμε λοιπόν τι θα γίνει στο τέλος της ταινίας. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Η Αν θα πεθάνει. Ούτε στον πραγματικό -μη φιλμικό- κόσμο υπάρχουν εκπλήξεις. Όλοι μας θα πεθάνουμε.
Η Αν και ο Ζορζ λοιπόν. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μουσικών, όπου (απ'το πρώτο πλάνο στο θέατρο μέχρι τον τελευταίο τους διάλογο) αποπνέει ευγένεια. Ο Χάνεκε επιλέγει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ευκατάστατων και καλλιεργημένων αστών -σκόπιμα ίσως(?) ενάντια στην καραμέλα "όπου φτωχός κι η μοίρα του" - και αφηγείται την ιστορία των στερνών τους, μέσα στο παλιό, κλασικό τους διαμέρισμα στο Παρίσι.
Αυτό το διαμέρισμα -που ο θεατής το "μαθαίνει απ'έξω" και από ένα σημείο και μετά περιφέρεται μέσα του σαν να είναι δικό του σπίτι- φανερώνει σε κάθε του γωνιά, σε κάθε του πόρτα, σε κάθε του σημείο, την καλλιέργεια και την ευγένεια της Αν και του Ζορζ. Πολύ περισσότερο κι απ'τα μειλίχια πρόσωπά τους κι απ'τις γλυκιές τους συνομιλίες. Η μεγάλη βιβλιοθήκη, το στερεοφωνικό και το πιάνο στο σαλόνι. Το τραπέζι στη γωνιά της κουζίνας. Το παράθυρο. Ο μεγάλος διάδρομος... Μετά την επιστροφή του ζευγαριού από το κοντσέρτο πιάνου στη ναρχή της ταινίας, δε θα ξαναδούμε τι γίνεται έξω (ακόμα κι όταν η κόρη του Ζορζ και της Αν, η Εύα (Ιζαμπέλ Ιπέρ) κλαίει στο παράθυρο, οι κουρτίνες είναι κλειστές).
Μετά το πρώτο εγκεφαλικό της Αν, ο θεατής είναι υποψιασμένος για το τι θα της συμβεί στη συνέχεια. Δεν είναι υποψιασμένος όμως για την αντίδραση του Ζορζ. Ο τρόπος που περπατάει, που μιλάει, που κάνει τις δουλειές του σπιτιού και -κυρίως- ο τρόπος που φροντίζει τη σύντροφο της ζωής του, είναι γεμάτος Ψυχραιμία, Αξιοπρέπεια και ΑΓΑΠΗ. Σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, δε θα τον δούμε να ξεσπάει, να κλαίει, να απελπίζεται. Ο Χάνεκε δε μας αφήνει ούτε καν να φανταστούμε ότι ο Ζορζ κλείνεται στο δωμάτιό και κλαίει για την αναπόφευκτη κατάληξη της γυναίκας του. Τον βλέπουμε πάντα ήρεμο, με το χαρακτηριστικό ρομποτικό του περπάτημα, σοβαρό και πάνω απ'όλα Αξιοπρεπή. Κάπως έτσι, αυτή η Αξιοπρέπεια τον αναγκάζει να κρατήσει σε απόσταση απ'το 'δράμα' ακόμα και την ίδια του την κόρη. Κάπως έτσι, κρατά σε απόσταση απ'το 'δράμα' κι εμάς τους θεατές. Χωρίς πολλά δάκρυα, αναφιλητά και ξεσπάσματα.
Όμως, η Αγάπη δεν είναι μόνο απ'τη μεριά του Ζορζ που φροντίζει. Είναι κι απ'τη μεριά της Αν που φροντίζεται, αλλά και χειροτερεύει -κι αυτό είναι τελικά η μεγαλύτερη σκηνοθετική επιτυχία του Χάνεκε. Τα μάτια της, καθώς κι αυτό το σπαρακτικό Mal ("Πονάει") που μονολογεί στα τελευταία της, δεν απαιτούν τίποτα παραπάνω απ'το σύντροφό της απ'το να είναι στο πλευρό της. Δεν τη νοιάζει αν θα την πλύνει, αν θα την ταΐσει ή αν θα την κοιμίσει. Τον θέλει δίπλα της γιατί ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΕΙ διάολε. Και το βλέμμα της, μαζί με τον πόνο της, είναι ό,τι μπορεί να του ανταποδώσει.

"Γιατί δεν πίνεις..? Θέλεις να σε αφήσω να πεθάνεις?" λέει ο Ζορζ καθώς της δίνει νερό κι αυτή αρνείται.
Η Αν δεν απαντά, μονάχα τον κοιτά και το βλέμμα της φωνάζει "Ακόμα κι αν δε θέλω να με αφήσεις, δε γίνεται αλλιώς..."

Λίγη σημασία έχει να σας γράψω για τις ερμηνείες των ηθοποιών, ή να αναλωθώ κι άλλο για το πώς εισέπραξα τους διάφορους συμβολισμούς του Χάνεκε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Το όνειρο του Ζορζ, τα οράματά του, το περιστέρι... Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου άλλωστε. Ο καθένας εισπράττει αυτό που εισπράττει και το ερμηνεύει όπως θέλει κι όπως μπορεί.

Το φοβερό αυτό φιλμ (σίγουρα ένα απ'τα συγκλονιστικότερα που έχω δει) δεν ήταν για μένα (άλλος) ένας προβληματισμός για το Θάνατο. Ήταν μια μεγάλη κραυγή για τη Ζωή: "ΜΗ ΛΕΣ Σ'ΑΓΑΠΩ. ΠΡΑΞΕ ΤΟ".

Η Αγάπη όσο δυνατή κι αν είναι, δε μπορεί να αποτρέψει το πιο βέβαιο πράγμα. Τη Φθορά και το Θάνατο. Μπορεί όμως να αποτρέψει την κακή ζωή. Η Αγάπη είναι αυτή είναι που σέρνει πίσω της την Ευγένεια, την Καλλιέργεια, τη Στοργή, την Αξιοπρέπεια...και τόσες άλλες αρετές. Κι η Αγάπη είναι αυτή που θα υψώσει τοίχο για να μείνουν πίσω τα ελαττώματα.

Το ότι θα πεθάνουμε λοιπόν, είναι σίγουρο. Το ότι ζούμε είναι? Μόνο αν αγαπήσουμε θα φτάσουμε πιο κοντά στην απάντηση. Κι ένας ακόμα (μικρός) λόγος για να αγαπήσουμε, είναι τούτη η ταινία.

Μίκαελ Χάνεκε, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Εμμανουέλ Ριβά, Ιζαμπέλ Ιπέρ
Σας ευχαριστώ.    






Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Μomentography

Κι αν αναπνέω λόγια είναι γιατί μετράω τις ανάσες σου και τις κρατάω καβάτζα. Ξέρεις... Για κείνες τις σιωπές μας που πρέπει να γίνουν πιο συγκεκριμένες. Πρέπει. Λένε.

Πρέπει αλλά δε θέλω να μαι συγκεκριμένος και σαφής ούτε στις σιωπές μου. Προτιμώ το χάος μου. Και το χάος σου. Με βοηθάει στο γράψιμο.

Δε θέλω να ναι συγκεκριμένες ρε. Όχι. Θέλω να προκύπτουν από κείνες τις κουβέντες που δεν αρχίσαμε ποτέ. Βουτηγμένες στον καπνό και τη μπύρα.

To αφήνω σε σένα. Αφού κρεμάσεις τις φωτογραφιούλες σου στον τοίχο και στον "τοίχο" μου.
Το σακί το κρυψα... Ψέμματα... Το ζαλώθηκα στην πλάτη. Να πουλήσω το εμπόρευμα για ένα κομμάτι ευτυχίας.

Ανάσες καβάτζα. Στη σχολική μου τσάντα, μαζί με τις σημειώσεις της Φυσικής που ποτέ δε διάβασα. Δεν έτυχε...? Δεν πέτυχε...? Λίγη σημασία έχει. Συνήθιζα να έχω την τηλεόραση ανοιχτή νυχθημερόν, γι αυτό. Δε διάβαζα.

Ξέρεις, αυτή την παλιά την τηλεόραση μωρέ, τη χοντρή και άσχημη, που κάθε φορά που χιόνιζε έβαζε τα κλάματα. Στο mute.

Το γιασεμί μένει λευκό. Λέει. Αυτός, ξέρεις... Και το δωμάτιό μου λευκό μένει. Μάλλον απ'τα δεκάδες κολλημένα φυλλάδια, που έχουν τυπωμένα επάνω κατεβατά που δεν είμαι σε θέση να δω. Και μένουν λευκά. Όλα.

Μπορεί και η αναμονή μου λευκή να είναι. Πλάι στη χιονισμένη χοντρή τηλεόραση.


Αθήνα σου λέει ο άλλος. Xόρτασα ουρανό στο τετράγωνο. Και "εις το τετράγωνο". Αλλά ακόμα διψάω για ουρανό. Στα ξενύχτια μου.


Ναι, ξεκίνησα να μετράω τις ανάσες σου για να μπορώ να σε περιμένω πιο εύκολα. Αλλά ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσο σε περιμένω.

Η Αγάπη θυμάται. Και είναι μέσα μας. Λένε.




Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Στην άκρη της αποβάθρας


Μετρό Πανόρμου. Σάββατο βράδυ. 22.30.
Κατεβαίνω με τις κυλιόμενες σκάλες. Μπροστά μου δυο 16χρονα. Αγόρι-Κορίτσι. Φιλιούνταν.
Χωρίζονται. Το αγόρι μαζί μου προς Αιγάλεω. Το κορίτσι προς Αεροδρόμιο.

Στέκονται στο χείλος της αποβάθρας και κάνουν νοήματα το ένα στο άλλο. Χαμογελούν. Απλώνουν τα χέρια τους. Ακουμπάνε το καθένα το στήθος του.

Είναι κωφάλαλα.

Κάνουν νοήματα που δεν καταλαβαίνω.

"Παρακαλούμε μη στέκεστε στην άκρη της αποβάθρας"

Δεν ακούνε. Αλλά ακόμα κι αν άκουγαν θα το αγνοούσαν. Θέλουν να πάρουν φόρα και να πηδήξουν στις ράγες και να γίνει το θαύμα και να αγκαλιαστούνε στον αέρα. Aπλώνουν τα πόδια τους στο κενό.

"Παρακαλούμε μη στέκεστε στην άκρη της αποβάθρας"

Δεν ακούνε. Δεν τους νοιάζει.

Έρχονται οι συρμοί. Ταυτόχρονα. Αυτά κολλημένα στα παράθυρα. Νοήματα. λες και δεν θα ξαναειδωθούν ποτέ.

Δεν ακούω πλέον καμιά ανακοίνωση. Κανέναν θόρυβο. Ακούω μόνο τις καρδιές των 16χρονων να χτυπάνε ντάπα-ντούπα και να σείεται ο σταθμός.

Και αυτά το ίδιο ακούνε. Μόνο αυτό.