Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Δυό μικρές σαγιονάρες...



Άραζε στην άμμο... Για την ακρίβεια.. ήταν μισοθαμμένη στην άμμο. Ταλαιπωρημένη και μόνη. Μια μικρή καφέ σαγιονάρα, φθαρμένη και αφημένη εκεί πολύ καιρό... Χάζευε τη θάλασσα και περίμενε το μπάτη να φυσήξει για να της φέρει λίγο κύμα να δροσιστεί. 
Σε απόσταση ασφαλείας, τα πλαστικά μπουκάλια είχαν φτιάξει τη δική τους κλίκα και την αγνοούσαν επιδεικτικά...Παραπέρα τα θαλασσόξυλα. Οι 'ιθαγενείς' όπως τους έλεγε... 

Κάθε μέρα πηγαινοέρχονταν στην παραλία διάφοροι άνθρωποι, αλλά κανένας δεν της έδινε σημασία... Ούτε καν τα πιτσιρίκια από περιέργεια... 
Όχι ότι αποζητούσε την προσοχή όλων αυτών... Προτιμούσε να μην έχει παρε δώσε με κανέναν, παρά να μισοχώνεται στην άμμο, να χαζεύει τη θάλασσα και να θυμάται το έτερόν της ήμισυ, που σκίστηκε τότε σε κείνα τα κρυμμένα αγκάθια πριν την παραλία... Θυμόταν κι αναστέναζε,γιατί είχαν πει να λιώσουν μαζί, μέχρι ο ιδιοκτήτης τους να τις πετάξει σε κανένα κάδο και να πολτοποιηθούν παρέα και να γίνουν ένα. Όνειρα... Χαλίκια κι αμμουδιές που ονειρεύονταν να πάνε. Αυτά την κρατούσαν στη ζωή τη μικρή καφέ σαγιονάρα...

Ώσπου μια μέρα φύσηξε μπάτης δυνατός κι έφερνε το κύμα πολύ μέσα στην ακτή... Ήταν περίπου 8 το βράδυ. Έπεφτε ο ήλιος σιγά σιγά... Οι λιγοστοί άνθρωποι που ήταν στην παραλία άρχισαν να τα μαζεύουν... Τα πλαστικά μπουκάλια κρύφτηκαν πίσω απ'τα δέντρα και τα θαλασσόξυλα πίσω απ'τις μεγάλες πέτρες. Η μικρή καφέ σαγιονάρα ατάραχη... 'Έτρωγε' πολύ νερό αλλά δεν την ένοιαζε. Παρέμενε μισοθαμμένη στην -βρεγμένη- άμμο...

Ξαφνικά μέσα από τη θάλασσα άρχισε να την πλησιάζει κάτι που της έμοιαζε. Δεν έβλεπε καλά... Αγνώστου ταυτότητος πλεούμενο αντικείμενο... Χμμμ.. Όχι και τόσο αγνώστου... Όσο πλησίαζε με το κύμα τόσο γινόταν πιο διακριτό. Ήταν μια άλλη σαγιονάρα... Μετά από λίγη ώρα το κύμα την ξέβρασε στην άμμο...

Ήταν μια μικρή πράσινη σαγιονάρα. Ταλαιπωρημένη κι αυτή. Από ταξίδι...

- Ουφ... ευλογία να συναντάς 'δικούς' σου... είπε
- Από πού έρχεσαι? τη ρώτησε η καφέ σαγιονάρα
- Από ένα φέρρυ μποτ στ'ανοιχτά... Η κυρία μου με φόραγε στο αριστερό της πόδι κι έτσι καθώς το ανέμιζε στα κάγκελα του πλοίου...
έπεσα στη θάλασσα...
- Και το ταίρι σου? ρώτησε η καφέ σαγιονάρα..
- Του φώναζα να πηδήξει κι αυτό στη θάλασσα... Μετά από ώρα πήδηξε... αλλά είχα ξεμακρύνει. Εξακολουθούσα να του φωνάζω να ρθει κοντά μου.. 
Αλλά πήγαινε αντίθετα.. 
- Και τι έγινε? ξαναρώτησε η καφέ σαγιονάρα...
η πράσινη σαγιονάρα βούρκωσε
- Είχε πολύ κύμα... Δεν μπορούσα να δω τίποτα. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα ήμουν μόνη πια στα ανοιχτά... 
- Και τώρα τι θα κάνεις? ξαναρώτησε η καφέ σαγιονάρα...
- Θέλω να ξαποστάσω απόψε και να ξαναμπώ στη θάλασσα να το ψάξω! 

Είχε νυχτώσει... Οι δυο σαγιονάρες κοιμήθηκαν και με το που βγήκε ο ήλιος, η πράσινη απ'την έννοια της ξύπνησε αμέσως...

- Πρέπει να ετοιμαστώ.. Έχω ταξίδι.. μονολογούσε

Ξύπνησε και η καφέ..

- Θα φύγεις τελικά? 
- Ναι, και πολύ άργησα, απάντησε η πράσινη σαγιονάρα. Θα ρθεις μαζί μου να με βοηθήσεις???

τότε η καφέ σαγιονάρα φύσηξε με αναστεναγμό και κοίταξε με συμπόνοια την πράσινη...
- Μπα...καλό ταξίδι...

η πράσινη σαγιονάρα πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε... Λίγο πριν βουτήξει κοντοστάθηκε... Γύρισε προς την καφέ σαγιονάρα...
- Αλήθεια, δε σε ρώτησα... Το δικό σου ταίρι πού είναι?

- Ταξιδεύει... ίσως το συναντήσεις στο δρόμο σου...



Ακούστε το εδώ...

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Κόκκινο


Γκρι. Και πίσω απ'το γκρι πάλι γκρι. Και πίσω κι απ'αυτό το γκρι κι άλλο γκρι κι άλλο γκρι.

Πράσινα λιβάδια ατελείωτα. Στρέμματα να χαθεί το μάτι σου...

Θάλασσα κι ουρανός ατελείωτα. Μπλε. Γαλάζια. Αχόρταστα.

Η μονοτονία του γκρι σπάει μόνο με το πράσινο των λιβαδιών.

Η μονοτονία του πράσινου των λιβαδιών σπάει μόνο με το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού.

Η μονοτονία του μπλε της θάλασσας και του ουρανού σπάει μόνο με το χρώμα των ματιών σου.


Αρκεί να χει μια ιδέα Κόκκινο.




Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Κι η θάλασσα στο mute...


Αυτή η βραδυνή ώρα που δεν ακούγεται ούτε το κύμα της θάλασσας...

Αυτή η βραδυνή ώρα μετά την τελευταία γουλιά από το νιοστό μπουκαλάκι εμφιαλωμένου νερού.

Αυτή η βραδυνή ώρα που μισοβλέπουμε ξεκάθαρα το ίδιο τοπίο και μας φαίνεται κάθε φορά τόσο διαφορετικό...



Aυτή η βραδυνή ώρα που ψάχνουμε τα χνάρια της σαγιονάρας μας στην παραλία για να γυρίσουμε σπίτι...

Αυτή η βραδυνή ώρα που βαριόμαστε να βαριόμαστε...

Αυτή η βραδυνή ώρα...



Δε θα αλλάξεις ποτέ.. Μου το υπόσχεσαι? Αν αλλάξεις εσύ -ιδίως αυτή τη βραδυνή ώρα- θα αλλάξω πλανήτη... 

Και δε θέλω να αλλάξω πλανήτη γιατί τέλος πάντων ο πλανήτης μου είσαι εσύ και βαριέμαι να στα εξηγώ τώρα. Προτιμώ να σε χαζεύω...




Ευχαριστώ για τις φωτό Άλεξ...