Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Αυτές τις γιορτές

Μπορεί να με βρείτε ανάμεσα στο κατάρτι και στο αμπάρι του καραβιού που στολίσατε. Στον πάγκο του bazaar ανάμεσα σε σκόρπιους δίσκους βινυλίου και παλιά βιβλία, στο δρόμο για να αγοράσετε τα φτηνά σας κοσμήματα. Σε αφίσσες κι αυτοκόλλητα από συναυλίες του 1990κάτι. Στις τσάντες με τα φιογκάκια και τις κορδέλες που έχουν μέσα το γιορτινό Τίποτα πασπαλισμένο με χιόνι και τυπικές ευχές. Έξω απ'τα μαγαζιά, στους αρμούς ανάμεσα στις πλάκες των πεζόδρομων να λαχταράω το πάτημά σας κι εσείς να με αποφεύγετε γιατί "δεν πατάτε ποτέ τις γραμμές στα πεζοδρόμια". Ούτε κι εγώ τις πατάω...


Το πρωί μπορεί να με δείτε να πουλάω χαρτομάντηλα έξω από την εκκλησία της ενορίας σας και το βράδυ με το σμόκιν μου να σπεύδω να τσουγκρίσω το βλέμμα μου με τη σαμπάνια σας. Ίσως με πετύχετε στο τατουάζ του DJ που σας διασκεδάζει ή στο τσιγάρο του μπουζουξή ανάμεσα στο μικρό του δάχτυλο και στον παράμεσο...


Στο "Ε" του ΚΤΕΛ ή στο "Ε" του ΟΣΕ, πακτωμένος στις βαλίτσες σας με τα ροδάκια. Ή ανάμεσα στην 3η και την 4η σελίδα του διαβατηρίου σας πριν το check in.


Μπορεί να περάσω φευγαλέα, στα κλάσματα δευτερολέπτων που μεσολαβούν από το ένα μάγουλο στο άλλο, στα σταυρωτά φιλιά των ευχών.


Σίγουρα δεν θα μαι στην ακτή με τα βεγγαλικά και την αντίστροφη μέτρηση. Θα μαι στην απέναντι όχθη. Ανάμεσα στη σοροκάδα, τα χαλίκια και τις μισοσπασμένες βάρκες.






Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Acoustic

Κοιμήθηκα αγκαλιά με μια ξεκούρδιστη κιθάρα
κι ένα τραγούδι αγαπημένο.
Μας χώρεσε όλους το πάπλωμα.
Θα χώραγες κι εσύ άνετα.
Όπου υπάρχει αγάπη τίποτα δεν περισσεύει...
Ξυπνήσαμε ένας ένας.
Πρώτα το τραγούδι.
Ήθελε να σηκωθεί νωρίς νωρίς για να ταξιδέψει μέχρι τα αυτιά σου.
Μετά η κιθάρα, να πάει δειλά δειλά στη θέση της.
Και τελευταίος εγώ
να φτιάξω καφέ και να σε αντικρύσω απ'το παράθυρο.
Στο γκρίζο ουρανό
Στις παλιές πολυκατοικίες
Στη μουντάδα της πόλης

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Σπίρτα στην τσέπη

Όταν μπήκα -δειλά δειλά- στο μυαλό σου, άναψα ένα σπίρτο. Σα να μπαίνεις σε μια σκοτεινή σπηλιά ένα πράγμα. Έκανα μερικά αναγνωριστικά βήματα, χωρίς να κοιτάζω αριστερά ή δεξιά. Μόνο μπροστά κοίταζα. Δε με ενδιέφεραν οι "τοιχογραφίες", οι "εικόνες". Να προχωρήσω πιο μέσα ήθελα.

Μετά άρχισε να φυσάει, πάει το σπίρτο... Άναψα και δεύτερο και συνέχισα να προχωράω. Κι όσο προχωρούσα ο αέρας δυνάμωνε. Έσβησε και το δεύτερο σπίρτο. Κάποια στιγμή ο αέρας έγινε θύελλα κι εγώ συνέχιζα ν'ανάβω σπίρτα για να προχωρήσω. Μάταια.

Κι άκουγα τη Φωνή να λέει "Δες πόσο όμορφες εικόνες έχει αριστερά και δεξιά, άραξε, κοίταξέ τες, τι θες και προχωράς?"

Και τότε πήρα ανάποδες κι αποφάσισα να προχωρήσω χωρίς φως. Ούτε προτείνοντας τα χέρια ούτε προσέχοντας πού να πατήσω. Μόνο χαμογέλασα και συνέχισα να προχωράω.

Ένα σπίρτο μόνο έχω κρατήσει. Για να ανάψω τσιγάρο.