Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ο κρότος της σφαλιάρας

Περισσότερο κι απ'την εικόνα του, κρατάω τους ήχους που τον συνόδευαν. Το θόρυβο της πόλης, τα γέλια, τα ηχητικά εφέ, τις ατάκες. Τον κρότο της σφαλιάρας...Βουίζουν μέσα στο κεφάλι μου εδώ και πολλά χρόνια κι εύχομαι να συνεχίσουν. Συναντώ αυτούς τους ήχους συχνά,μέσα από τα χείλη και τις κινήσεις ακόμα και του πιο τυχαίου ανθρώπου. Και περνούν και στη δική μου φωνή. Κάποτε από θαυμασμό, πολλές φορές για χαβαλέ. Τώρα πια οι ήχοι βγαίνουν ασυναίσθητα, κι όσο περνάει ο καιρός βιωματικά. Μέχρι κι ο τσιγαρόβηχάς μου όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται "Αχμ"...
Και κάποιος αφελής -ως συνήθως- θα ρωτήσει: "Γίνεσαι 'Βέγγος' σιγά σιγά?"
"Όχι. ΕΙΜΑΙ ο Βέγγος! Κι όσο είμαι εγώ άλλο τόσο είσαι κι εσύ και όλοι μας".
Κάθε Έλληνας -και κάθε Άνθρωπος- που τον κηνυγάει η Ανάγκη είναι ο Βέγγος. Η δουλειά, οι λογαριασμοί, το αμάξι, η δεύτερη δουλειά, τα παιδιά, ο παππούς, η γκόμενα... τρεχάματα... "Δεν προλαβαίνω!"
Πώς είναι δυνατό να τρέχει κάποιος ασταμάτητα και να μη φτάνει πουθενά? Είναι δυνατόν. Στη χώρα του Πουθενά που λέγεται Ελλάδα είναι αδύνατο να φτάσεις κάπου. Ούτε ο Βέγγος κατάφερε να φτάσει κάπου. Φρόντισε όμως να δώσει νόημα στη διαδρομή. Εξάλλου, όλα είναι δρόμος. Και του Θανάση ο δρόμος ήτανε γεμάτος από τις μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες που κάνουν τη ζωή μας ξεχωριστή. Τη ζωή που δε μετριέται, στην τελική, με χρόνια, αλλά με τις μικρές αυτές λεπτομέρειες. Μια σοκολάτα δώρο σε μια γιαγιά. Ένα λουλούδι στο πέτο και ύστερα δώρο σε μια κοπέλα. Να βγάζεις βόλτα το σκύλο σου μιλώντας του. Να διορθώνεις με μπογιά τα ανορθόγραφα συνθήματα στους τοίχους...
Για όλα είχε χρόνο ο Βέγγος. Κι αν δεν είχε χρόνο τον δημιουργούσε ο ίδιος. Γιατί είχε υπομονή και αντοχή. Ανοχή όμως δεν είχε. Δεν ανεχόταν τη βρωμιά, την παντός είδους σκόνη γύρω του. Την αδικία και τη λαμογιά, που δεν άρχισε να βασιλεύει εδώ στη Μεταπολίτευση, αλλά υπήρχε ΠΑΝΤΑ. "Όχι εμένα! Έχω δίκιο εγώ!" Ό,τι πιο σπαρακτικά έντιμο έχω δει και ακούσει σε ταινία...
Σφαλιάρες... Η μια μετά την άλλη. Βιοπαλαιστής, ντυμένος γορίλας, να εισπράττει το χλευασμό και τις καρπαζιές "τεντιμπόιδων" και "νοικοκυραίων". Σε σινεμά, σε κρατητήρια, ρινγκ, δρόμους, εστιατόρια... Ο κρότος της σφαλιάρας μαζί με αναστεναγμούς. Κι όμως, δε σήκωσε ποτέ χέρι... Μόνο στις αδερφές του, μαζικά, "προς γνώσιν και συμμόρφωσιν".
Μια ζωή στο κυνήγι. Από όλους. Από συγγενείς που προσπαθούν να του φορτώσουν βάρη, από φίλους που ζητούν χάρες, απ'το Κράτος. Ποιος Κράτος? Ακόμα κι αυτό προσπαθεί να το φέρει τούμπα. Κάθεται στα θρανία στα 50 του, παλεύει μέσα από το γύψο σε νοσοκομεία, τραβιέται στις αστυνομίες...
Γέλια! Πολλά γέλια! Αυθόρμητα και δυνατά. Γέλια για το άτομό του πρώτα απ'ολα. Αυτοσαρκασμός. Αλλά και δάκρυα... "Για την κοπέλα που παντρεύτηκε. Όλο οι άλλοι έρχονται και κλέβουν τα κορίτσια". Δάκρυα για το Χανς που ξεψυχάει στα χέρια του. Για τον πατέρα του που ξαναβρήκε. Δάκρυα χαράς για τον Ανέστη που συνάντησε μετά από χρόνια και φώναζαν μαζί "Ψηλά τα χέρια Χίτλερ"!
Ο Θανάσης Βέγγος δεν πρόκειται να ξεχαστεί, όχι γιατί θα προβάλλονται οι ταινίες του εσσαεί στην τηλεόραση, ούτε θα τον θυμίζουν τα βιντεάκια του youtube. Δε θα ξεχαστεί γιατί τον κουβαλάμε μέσα μας. Πάντα τον κουβαλούσαμε κι ας μην το είχαμε καταλάβει.
Μετά την είδησή του θανάτου του, μου ήρθε αυτόματα η σκηνή απ'το 'Βλέμμα του Οδυσσέα'. Προφητεία. Για την Ελλάδα που πεθαίνει (αυτή που "ποτέ δεν πεθαίνει" αφορά τα στρατιωτικά εμβατήρια και τη βλακεία που αυτά πρεσβεύουν).
"Η Ελλάδα πεθαίνει. Έκανε τον κύκλο της. Αλλά αν είναι να πεθάνει, να το κάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο."
Μαζί με την Ελλάδα που ξέρουμε πεθαίνεις κι εσύ, πανέντιμε, Θανάση Βέγγο. Μόνο που εσύ φεύγεις αθόρυβα. Για να μην αναστατώσεις το σπίτι, να μην ανησυχήσεις τους γείτονες, να μην ξυπνήσεις τα παιδιά...
Σ'ευχαριστώ και θα τα ξαναπούμε